488 views 0 comments

Γιάννης Ιορδανίδης «Πρέπει να προχωράμε κοιτάζοντας με αισιοδοξία το μέλλον και να αγαπάμε τη ζωή»

by on Οκτώβριος 24, 2013
 

Στην Κατερίνα Πουλοπούλου

«Ο Βούρος ανέβηκε στο Κρατικό με όραμα και πολλή όρεξη για δουλειά. Παλεύει να βάλει τον κόσμο στο θέατρο»

«Στην Ελλάδα έχουμε σήμερα στον χώρο του θεάτρου δημιουργικές στιγμές που θα τις ζήλευαν στην Ευρώπη»

 

Πατρόν, ψαλίδια, υφάσματα και κλωστές κατακλύζουν το Κρατικό Θέατρο. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Ιορδανίδης επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη έχοντας στις αποσκευές του το έργο του Ζαν-Κλώντ Γκραμπέρ, «Το ραφτάδικο», το οποίο και στήνει στη σκηνή της Μονής Λαζαριστών. Ασφάλεια ή ευθύνη στη σκηνή αυτή;

«Ασφάλεια δεν μπορεί να αισθάνεται πια κανείς πουθενά. Επιστρέφω στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος  μετά την τελευταία μου παράσταση σ’ αυτό το θέατρο που ήταν ο «Ματωμένος Γάμος», με την Αντιγόνη Βαλάκου στο ρόλο της Μάνας και χαίρομαι που δημιουργώ και βρίσκομαι και πάλι εδώ ανάμεσα σε παλιούς και νέους φίλους».

Πανελλήνια πρώτη παράσταση του έργου «Το ραφτάδικο» στη Θεσσαλονίκη. Τι βλέπουμε στην παράσταση σας κύριε Ιορδανίδη;

Ανθρώπους να προσπαθούν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους μετά από μια καταστροφή και να προχωρούν μέσα από την καθημερινότητα τους, κρατώντας πάντα ζωντανή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Προσωπικές ιστορίες που βαδίζουν παράλληλα με τα μεγάλα Ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν όχι μόνο τα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, αλλά κι εκείνα που ακολούθησαν. Όταν ο άνθρωπος, που όπως λέει και ο Μπρετόν – είναι η απάντηση όποια και αν είναι η ερώτηση – άλλοτε μέσα απ’ το γέλιο κι άλλοτε μέσα απ’ το κλάμα, προσπαθεί να επιβιώσει.

Επί σκηνής η σύγχρονη ιστορία μας. Ποιο είναι για εσάς το βαθύτερο μήνυμα του έργου;

Το έργο αν θέλει να στείλει κάποιο μήνυμα, είναι πως πρέπει να προχωράμε κοιτάζοντας με αισιοδοξία το μέλλον και να αγαπάμε τη ζωή. Ο Γκραμπέρ ωστόσο  δεν είναι διδακτικός συγγραφέας. Ο Γκραμπέρ δείχνει και πολλές φορές σχολιάζει με σαρκαστικό τρόπο και χιούμορ, τα γεγονότα για να μπορέσει να τα αντιμετωπίσει. Το «Ραφτάδικο» παρουσιάζει τη μικρογραφία ενός κόσμου που βιώνοντας την καθημερινότητα ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον και είναι διαχρονικό, γιατί και πάλι αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε αισιοδοξία. Είναι ένα έργο γεμάτο ανθρωπιά, ελπίδα και όρεξη για τη ζωή, που μιλάει με χιούμορ με μια γλώσσα κοφτερή για πολύ σοβαρά πράγματα, αλλά παράλληλα κάνει τον θεατή να σκεφτεί. Ένα έργο που μιλάει σε όλους κι όπως υποστηρίζει ο Αλμπέρ Καμύ, «αυτό μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς το καταφέρνουν».

Θα μας ‘συστήσετε’ τον Ζαν-Κλωντ Γκραμπέρ, μέσα από τη σχέση σας;

Ο Ζαν-Κλώντ Γκραμπέρ, όπως χαρακτηριστικά λέει και ο Κλωντ Ρουά, είναι «ο πιο κωμικός τραγικός συγγραφέας της γενιάς του».  Είναι αναμφισβήτητα ένας απ’ τους κορυφαίους σήμερα θεατρικούς συγγραφείς, όχι μόνο της Γαλλίας αλλά σε παγκόσμια κλίμακα. Τιμημένος με πολλά βραβεία, τον τοποθετούν δίπλα στους μεγάλους συγγραφείς του σύγχρονου θεάτρου. Η σχέση μου μαζί του κρατάει χρόνια, όταν ακόμα ζούσα στο Παρίσι σπουδάζοντας θεατρολογία και θέλησα να τον συναντήσω μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του «Ραφτάδικου» στο θέατρο «Οντεόν». Συνάντησα έναν άνθρωπο ευγενή –  και όχι τυπικά – έναν άνθρωπο ευαίσθητο, χαμηλών τόνων και κυρίως με πολύ χιούμορ. Έναν άνθρωπο δοτικό που δεν έπαιρνε τον εαυτό του καθόλου στα σοβαρά, γιατί δε χρειαζόταν να αποδείξει τίποτα. Δε χρειαζόταν να μιλάει ο Γκραμπέρ για το έργο του. Γι’ αυτό μιλούσε η παγκόσμια κριτική και οι χιλιάδες θεατές των παραστάσεων του. Πριν λίγους μήνες, όταν αποφασίστηκε από το Κ.Θ.Β.Ε η πανελλήνια πρώτη του «Ραφτάδικου», τον ξανασυνάντησα στο Παρίσι. Ένας έφηβος 74 χρονών και ακόμα ένας άνθρωπος που τον συγκινούν τα μικρά όπως τα μεγάλα. Ο Γκραμπέρ χαίρεται ιδιαίτερα που το έργο του ανεβαίνει για πρώτη φορά στη Ελλάδα και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη, «Την πόλη», όπως λέει, «με τους χειροτέχνες και τους ποιητές, αυτή την πόλη που είναι μία από τις πρωτεύουσες της εξοντωμένης διασποράς με τους χιλιάδες αγνοούμενους που δε γύρισαν ποτέ απ’ τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως».

Πόσο το Παρίσι του Γκραμπερ σας ενέπνευσε για τη σκηνοθεσία σας, δεδομένης της σχέσης σας με την πόλη;

Το Παρίσι του Γκραμπέρ με ενέπνευσε ως ένα σημείο, το ίδιο και η πολύχρονη σχέση μου με αυτή την πόλη. Προσπάθησα μέσα απ’ αυτή την αφετηρία να δώσω σκηνοθετικά προεκτάσεις και να δω το έργο διαχρονικά. Τα έργα του Γκραμπέρ ενώ είναι απόλυτα ρεαλιστικά, τα διαπερνά συχνά ένα ονειρικό, ποιητικό, στοιχείο που σπάει το φράγμα ανάμεσα στο χτες, το σήμερα και το αύριο. Όλη μου η προσπάθεια λοιπόν, ήταν διατηρώντας τον ρεαλισμό να προβάλλω την ποιητική διάσταση του έργου. Να περνάω δηλαδή απ’ την πραγματικότητα στη φαντασία κι από εκεί στο όνειρο, χωρίς να χρειάζεται να δίνω εξηγήσεις. Μ’ ενδιέφερε ακόμα να μιλήσει το έργο στο σημερινό θεατή, φιλοδοξώντας να αναζητήσει τις αναλογίες της μεταπολεμικής Γαλλίας με το σήμερα, προβάλλοντας έτσι τη διαχρονικότητα του έργου. Γιατί στις μέρες μας, ίσως να μη βιώνουμε ένα πόλεμο όπλων, αλλά βιώνουμε έναν άλλο πόλεμο εξίσου σημαντικό. Κι ακόμα γιατί ίσως το σήμερα, να μπορεί να επαναπροσδιορίσει τα μεγάλα Ιστορικά γεγονότα του χθες.

Ως καλλιτέχνης, αισθάνεστε ότι εν μέσω κρίσης ασχολείστε με κάτι που αποτελεί πολυτέλεια, ή ίσως ανάγκη για τον κόσμο;

Αναμφισβήτητα  ανάγκη για τον κόσμο, γιατί τη στιγμή που θα πιστέψω πως είναι πολυτέλεια, τότε θα πάψω να κάνω θέατρο. Η ιστορία έχει αποδείξει πως στις δύσκολες περιόδους, οι άνθρωποι ζητούν καταφύγιο στην Τέχνη. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, τα θέατρα ήταν γεμάτα. Οι άνθρωποι του θεάτρου, ας αναλογιστούμε τις αξεπέραστες δυσκολίες που περνάει η ελληνική κοινωνία σήμερα κι ας προσπαθήσουμε με δημιουργικό τρόπο να συμβάλλουμε στο να βρεθεί διέξοδος. Ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχει.

Η «χαλαρή» Θεσσαλονίκη γύρω από το θέατρο, πόσο επηρεάζεται από τις δυσκολίες τις εποχής; Κλειστά μαγαζιά, ανεργία, άστεγοι, ανασφάλεια. Είναι καλύτερη η εικόνα της, από τη Αθήνα;

Η «χαλαρή» Θεσσαλονίκη υποχρεώνεται σήμερα να προσαρμοστεί. Βιώνει αυτό που βιώνει και η υπόλοιπη Ελλάδα. Ίσως  – προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω της τη μιζέρια – να δίνει μια άλλη εικόνα. Το ερώτημα  όμως που τίθεται, είναι αν όντως η εικόνα αυτή είναι αληθινή, ή αν γίνεται μια προσπάθεια να δει ο κόσμος το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Εγώ πάντως, ως άνθρωπος από τη φύση μου αισιόδοξος, το προτιμώ αυτό.

Από την εμπειρία σας, σε τι επίπεδο θεωρείτε πως είναι το ελληνικό θέατρο σήμερα σε σχέση με του εξωτερικού;

Το Ελληνικό θέατρο δίνει κι αυτό αγώνα επιβίωσης. Κλείνουν σκηνές και οι ηθοποιοί βρίσκονται σε μεγάλο ποσοστό σε ανεργία. Δεν είναι λοιπόν στιγμή για συγκρίσεις, κριτικές και αποτιμήσεις. Ας θυμηθούμε τον Καβάφη μ’ εκείνο το «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι, τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα». Παρόλα αυτά, επιτρέψτε μου να πω, πως στην Ελλάδα έχουμε σήμερα στον χώρο του θεάτρου δημιουργικές στιγμές που θα τις ζήλευαν στην Ευρώπη.

2

 

«Το ραφτάδικο» στο Κ.Θ.Β.Ε.

«Το Ραφτάδικο» του Ζαν-Κλωντ Γκραμπέρ, το αριστούργημα του σύγχρονου γαλλικού θεάτρου, που έχει τιμηθεί με μεγάλα θεατρικά βραβεία, παρουσιάζει ο Γιάννης Ιορδανίδης στη Μονή Λαζαριστών. Με τους Ιφιγένεια Δεληγιαννίδου, Μαρία Χατζηιωαννίδου, Γιολάντα Μπαλαούρα, Ελένη Θυμιοπούλου, Άννυ Τσολακίδου, Ροζαλία Μιχαλοπούλου, Κώστα Σαντά, Αστέρη Πελτέκη, Ιάκωβο Μυλωνά και ακόμα 10 ηθοποιούς.

 

 

 

 

Η μεταβατική περίοδος του Κρατικού Θεάτρου

«Το Κρατικό έχει στο τιμόνι του σήμερα τον Γιάννη Βούρο. Τον γνωρίζω χρόνια και μας ενώνουν πολλά, κυρίως η μεγάλη επιτυχία του «Χάρολντ και Μώντ» με την Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Ο Βούρος ανέβηκε στο Κρατικό με όραμα και πολλή όρεξη για δουλειά. Παλεύει έχοντας ένα αξιόλογο δραματολόγιο να βάλει τον κόσμο στο θέατρο. Εύχομαι ολόψυχα να τα καταφέρει. Για εμένα το Κρατικό δεν είναι ένα οποιοδήποτε θέατρο, είναι ένα θέατρο που με συνδέουνε πολλά μαζί του απ’ την εποχή κιόλας που ο πατέρας μου, ο Γιώργος Ιορδανίδης, μαζί με τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Σωκράτη Καραντινό, υπήρξε απ’ τα ιδρυτικά του στελέχη. Εγώ ξεκίνησα να κάνω θέατρο – παιδάκι ακόμα –εδώ κι εδώ έκανα και την πρώτη μου σκηνοθεσία στην Ελλάδα, όταν το 1986, με κάλεσε ο Μίνως Βολανάκης να ανεβάσω το  «Σαλόνικα» της Λουιζ Πέητζ.

 

 

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »