471 views 0 comments

Γιώργος Σκαμπαρδώνης «Ο συγγραφέας είναι όπως ένα κοπρόσκυλο που πάει και μυρίζει τα σκατά»

by on Οκτώβριος 29, 2013
 

 

Στην Κατερίνα Πουλοπούλου

 Ρεπόρτερ της ζωής, δημοσιογράφος στη ζωή. Ο «μετρ» του διηγήματος. Κάνει πρωταγωνιστές μικρά πράγματα και πρόσωπα, που κανένας δεν θα πρόσεχε ποτέ. Λεξηπλάστης, με τίτλους που τσιγκλούν τον αναγνώστη. Θεατρικός συγγραφέας με παραστάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, πέρασμα από το πανί, με το σενάριο «Όλα είναι δρόμος» για τον Παντελή Βούλγαρη, πάνω απ όλα όμως, περιπατητής, παρατηρητής και καταγραφέας της καθημερινότητας, πολλά χρόνια μέσα από την καθημερινή του στήλη «Αστειατόριον», αλλά και τις σελίδες των βιβλίων του. Ποια λοιπόν η διαφορά λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας;

«Η δημοσιογραφία, εξετάζει την πραγματικότητα και τα μεγέθη των γεγονότων με ένα κλισαρισμένο τρόπο, του τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο. Ένας συγγραφέας, παρατηρώντας, μπορεί να δει ένα περίτριμμα της πραγματικότητας, ένα άθυρμα και να αντλήσει έμπνευση από αυτό. Δεν χρειάζεται να έχει ένα μεγαλειώδες γεγονός.   Το τι είναι σημαντικό και τι όχι, το αποφασίζει ο ίδιος ο συγγραφέας».

Πότε γράφετε;

Το γράψιμο είναι μια διαρκής διεργασία, μία στάση θέασης της κοινωνίας. Δεν είναι κάτι που γίνεται αποσπασματικά, αριστοκρατικά. Δηλαδή ένας πραγματικός συγγραφέας ή ποιητής, δεν γράφει ένα κομμάτι στο 6μηνο, επειδή του ήρθε εκείνη τη στιγμή. Για να γράψεις, πρέπει να είσαι συνέχεια, σε ένα είδος διαρκούς ενέδρας, για να καταγράψεις αυτό που πρέπει. «Πρέπει να στήσεις μια παγίδα στην αγάπη» έλεγε ένας Τούρκος ποιητής, «άμα δε στήσεις παγίδα, ο έρωτας δεν έρχεται».  Πρέπει ο συγγραφέας να είναι συνέχεια ενεδρεύον, οι ξόβεργες του, να είναι σταθερά στημένες. Προσλαμβάνει, καταγράφει, εγκολπώνεται, εσωτερικεύει. Το να γράψεις είναι μια συγκυρία εσωτερική και εξωτερική. Για παράδειγμα με επηρεάζει το πένθος των ημερών. Και εγώ βιώνω την απογοήτευση, την απελπισία, την απόγνωση, την παραφροσύνη αυτού που ζούμε. Απ΄ την άλλη σκέφτεσαι, πρέπει να εγκαταλειφθούμε, να μας καταστρέψει αυτό το κύμα που έχει καταλάβει το σύμπαν και ο καθημερινός βομβαρδισμός; Όχι και πρέπει να πω, ότι αυτό το διάστημα, μαζεύω υλικό, αλλά στο γράψιμο πραγματικά καρκινοβατώ. Γράφω δύσκολα και λίγο. Δεν μπορώ να νοιώσω τον ενθουσιασμό. Για να γράψεις πρέπει να είσαι σε μία ευτυχισμένη συγκυρία σώματος. Αν σου πονάει το κεφάλι, δεν μπορείς να γράψεις.

Πολλά τα μηνύματα που περνάτε μέσα από τα βιβλία σας, αλλά και έντονο μεν, κρυμμένο δε, πολιτικό στοιχείο.

Δεν διαφωνώ, απλώς πρέπει να ορίσουμε τι είναι πολιτική. Δεν πρέπει να τη νοήσουμε με πολιτικό ή ιδεολογικό τρόπο. Πρέπει να νοήσουμε το πολιτικό ον, ως ένα πλάσμα που έχει πλήρη συνείδηση του χώρου στον οποίο γεννήθηκε και ζει. Της γλώσσας την οποία φέρει, την παράδοση την οποία κουβαλάει, το συσχετισμό της δικής του χώρας με τις γείτονες, την προϊστορία και όλα τα αζιμούθια που ορίζουν τη ζωή του. Υπ αυτή την έννοια, πολιτική καταρχήν για εμένα, είναι η αυτογνωσία στο βαθμό που μπορεί να υπάρξει. Ένας βουλευτής που δεν ξέρει καθόλου ιστορία, είναι επικίνδυνος. Η απομονωμένη γνώση, ή η πρόχειρη, λαϊκίστικη , επιφανειακή, όταν είναι εξοπλισμός ενός ανθρώπου του έθνους, είναι βέβαιο ότι θα μας βουλιάξει. Αρά, πολιτική καταρχήν είναι όταν πας να ηγηθείς ή να γίνεις εκπρόσωπος του λαού, η συνδικαλιστής ακόμα, να έχεις πλήρη συναίσθηση σε ποια πόλη ζεις. Ποια είναι ιστορικά η χώρα σου, αλλιώς είσαι σε μία αυταπάτη ημιμάθειας, νομίζεις ότι η πολιτική είναι μια πασαρέλα, ή ότι είναι ένα πεδίο που μοιράζουμε ρουσφέτια, είναι ένα λάφυρο, ένα τρόπαιο ισχύος και χρημάτων και φυσικά το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Υπ’  αυτή την έννοια, θεωρώ ότι μπορεί να είναι πολιτικό το βιβλίο. Θεωρώ ότι ο εκάστοτε συγγραφέας, προσπαθεί να εκφράσει τη χώρα του σε μια συγκεκριμένη ιστορική φάση μέσα από μια δική του υποκειμενικότητα, όσο γίνεται πιο πλέρια. Δουλειά του συγγραφέα δεν είναι να κατευθύνει ιδεολογικά το κοινό του, δουλεία του είναι να του λέει κοίταξε να είσαι σε μια διαρκή εγρήγορση, σε μια αέναη υπερεπιστράτευση σε μια διαρκή κρίση των πραγμάτων και να μην πέφτεις εύκολα θύμα, του λαϊκισμού της απλοϊκότητας ή του φανατισμού. Πολιτικό λοιπόν το βιβλίο, βαθύτερα όχι ιδεολογικά.

Είναι η ανομία, ένα από τα βασικά προβλήματα σήμερα;

Νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό και όχι μόνο ως μη εφαρμογή των νόμων, αλλά ως μια εσωτερίκευση της αναίδειας που έχει νομιμοποιηθεί μέσα μας, τα τελευταία 30 χρόνια. Δηλαδή βλέπει κανείς ότι όλοι μας είμαστε περισσότερο αναιδείς απ όσο πρέπει, δεν εννοώ ρητορικά ή στην ομιλία, είμαστε θρασείς και προσβλητικοί στον καθημερινό βίο. Ο τρόπος που κινούμαστε, που παρκάρουμε, τα νέα παιδιά, που δεν έχουν κανένα αίσθημα φόβου και ορίων. Η ενοχή βαραίνει εμάς γι αυτό το πράγμα , εμείς γίναμε πρώτα έτσι. Επομένως η ανομία είναι μια στάση, δεν είναι μόνο ότι ένα διαλυμένο  κράτος αδυνατεί να επιβάλει το νόμο. Έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε, ότι δεν υπάρχουν νόμοι, ότι δικαιούμαστε να κάνουμε τα πάντα, ότι δεν υπάρχουν όρια και ειδικά όσον αφορά το δικό μας εαυτό, γιατί πάντα όσον αφορά τους άλλους, ζητάμε πάντα να υπάρχει σεβασμός των νόμων και τα γνωστά. Αλλά η ανομία είναι μια γενικευμένη κατάσταση, στάση ζωής στη χώρα, έχει γίνει κουλτούρα. Αυτό το κάνουμε μόνο στην Ελλάδα, γιατί όταν πάμε σε άλλη χώρα είμαστε σαν κότες, υπάρχει ο φόβος, η αίσθηση του ορίου. Το θέμα είναι, πώς θα επιστρέψουμε σε μια κατάσταση σεβασμού των πραγμάτων, εκλέπτυνσης και διάκρισης.

Επίπονα τα νέα φορολογικά μέτρα;

Είχαμε μάθει ως έλληνες να φορολογούμαστε, κατά βούληση. Ο καθένας όσο ήθελε, όχι ως όφειλε. Οι 6 στους 10 δηλώνανε εισόδημα κάτω από 10 χιλιάδες το χρόνο. Αυτό που δεν διανοούνταν να κάνει ο μέσος Γερμανός, για εμάς ήταν όχι μόνο αυτονόητο, αλλά και καθήκον.

Παρατηρητής της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της. Οφείλει ο συγγραφέας να είναι μες τον κόσμο, ή απομονωμένος στο χώρο του;

Ο συγγραφέας οφείλει να πηγαίνει παντού, στα πιο δύσκολα ύδατα, στα πιο χυδαία, τα πιο επικίνδυνα, οφείλει να τρυπώνει και να μυρίζει τα πάντα. Ο συγγραφέας είναι όπως ένα κοπρόσκυλο που πάει και μυρίζει τα σκατά. Δεν έχει πρόβλημα να πάει οπουδήποτε. Αλλιώς είναι ένας εστέτ, εγκλωβισμένος σε μία ‘μίμου άπτου’ αντίληψη, κομψότητας των πραγμάτων ή οποία όμως δεν έχει σχέση ούτε με τον πραγματικό βίο, ούτε με τη βαθύτερη λογοτεχνία. Γιατί η λογοτεχνία εκφράζει την ανθρώπινη κατάσταση στις χειρότερες εκδοχές της αλλά και τις μεγαλειοδέστερες. Εκφράζει την πτώση, αλλά κι τη δόξα, την ποταπότητα του πνεύματος και ταυτόχρονα το ανθρώπινο μεγαλείο, σε ένα συνδυασμό τέτοιο, που για να το πράξει αυτό, θα πρέπει ο συγγραφέας να οσφραίνεται να προσεγγίζει και να ανακατεύει, όχι μόνο τα κοσμήματα, την ομορφιά, αλλά και την τερατώδη ασχήμια η οποία εναλλάσσεται.

Ποιος Έλληνας λείπει από τη χώρα και ποιος σας λείπει;

Εμένα μου λείπει ο Μάνος Χατζιδάκις, οι Μπενάκιδες, η Πηνελόπη Δέλτα, οι Ζωσιμάδες, μου λείπει η μάνα μου, μου λείπουν τα σκυλιά που κατά καιρούς πέθαναν. Μου λείπουν ποιητές, ο Εγγονόπουλος, ο Εμπειρίκος. Άνθρωποι, που θα μας παρηγορούσανε τώρα.

Τι μουσική ακούτε;

Ζούμε τη βία της μουσικής στην Ελλάδα. Γενικά η μουσική με ενοχλεί, όταν δεν την έχω επιλέξει. Μέσα σε ασανσέρ, ή όταν πάω σε μαγαζιά για να αγοράσω κάτι και ακούω Πάριο, αρρωσταίνω, κάποιος θέλει να με διασκεδάσει με το ζόρι. Είναι σα να πάρω εγώ κάποιον και να του διαβάζω Παπαδιαμάντη για 8 ώρες. Μπαίνεις σε ταξί, πας σε μαγαζί, 8 η ώρα το πρωί και σου έχει Καζαντζίδη, που τέτοια ώρα, ούτε Μότσαρτ δεν ακούς. Δεν θέλω ρε φίλε. Με τη μουσική πάντως έχω απροκατάληπτη σχέση, όλες έχουν τη δικιά τους γοητεία. Σε κάποια φάση μου, μπορώ να ακούσω και υπέροχα σκυλάδικα. Το κάθε τραγούδι έχει την ώρα του, δεν υπάρχει όριο στη μουσική.

INFO    

Το «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω» είναι το τελευταίο  βιβλίο με διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το οποίο και ολοκληρώνει την τριλογία,  μαζί με τις δύο προηγούμενες συλλογές, «Επί ψύλλου κρεμάμενος» και «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος».

 

info

WHO IS WHO  

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνεις γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Η συλλογή διηγημάτων του «Η Στενωπός των υφασμάτων» απέσπασε το κρατικό βραβείο διηγήματος το 1993.  Έχει τιμηθεί με το Ευρωπαϊκό βραβείο European Newspaperdesign Awards 2000 και το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »