189 views 0 comments

«Η Ιερή Ελιά»

by on Οκτώβριος 27, 2016
 
της Ηλιοδώρας Βασιλείου
Στο διάστημα των έξι μηνών που έμεινα στη Γερμανία, μ’ έκανε να νιώθω αμήχανα και άβολα η παρουσία Ελλήνων. Τους άκουγα να μιλούν την ίδια μου τη γλώσσα και σπάνια θα πήγαινα να τους πω ένα γεια. Στην Ελληνική Κοινότητα, στο Ελληνικό Σπίτι και στο Ελληνικό Σχολείο του Μονάχου δεν αξιώθηκα να πάω.
Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι είχα θυμό μεγάλο μέσα μου για τον λαό που με γέννησε. Θυμό για τα σημερινά του χάλια -που, δυστυχώς, δεν είναι μόνο σημερινά- για την τραγωδία που βιώνει, θυμό για την προδοσία των ηγετών, θυμό για την εργασιακή εκμετάλλευση που έχω υποστεί στην Ελλάδα, θυμό, θυμό, θυμό…
Περίπου έναν μήνα πριν φύγω απ’ τον Βορρά-και ενώ δεν είχα ακόμα αποφασίσει να επιστρέψω- είπα να πάω στον Ναό των Αγίων Πάντων στο Μόναχο. Να μυρίσω λιβάνι, ν’ ακούσω βυζαντινή μουσική, να δω αγιογραφίες να ίπτανται, να προσευχηθώ. Με προκατάληψη πήγα, είν’ η αλήθεια, μια από τις πολλές προκαταλήψεις που κουβαλάω -και μακάρι να ήμουν η μόνη.
Στο μετρό για τον ναό συνάντησα ένα ζεύγος Ελλήνων συνταξιούχων. Μετά από τέσσερις δεκαετίες στο Μόναχο, είχαν πια γυρίσει στην Ελλάδα και τώρα είχαν έρθει στον γιο τους για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Χωρίς να προλάβω να το σκεφτώ, πήγα και τους έπιασα κουβέντα. Η κυρα Σταθούλα και ο κυρ Θωμάς (τα ονόματα είναι πλασματικά). Δύο λεπτά αργότερα μου έλεγαν ότι ο γιος τους ίσως με βοηθήσει να βρω δουλειά και λίγο πιο μετά η κυρα Σταθούλα μού ετοίμαζε προξενιό με τον κανακάρη της…
Μπήκαμε στον ναό. Χτισμένος, απ’ ό,τι μου είπε η κυρά Σταθούλα, κυρίως με χρήματα Ελλήνων μεταναστών και κάποια βοήθεια από τους Γερμανούς. Απ’ έξω δείχνει παράξενα μοντέρνος, μέσα, όμως, είναι χάρμα οφθαλμών με την ολοζώντανη αγιογράφησή του.
Δεν προλάβαμε να προχωρήσουμε πολύ – η κυρα Σταθούλα με είχε πάρει σχεδόν αγκαζέ, εννοείται – και στο στασίδι μάς υποδέχτηκε μια γιαγιά. Μια γιαγιά μαυροντυμένη, με κάτασπρα μαλλιά και βουρκωμένα γαλανά μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της μ’ έβλεπε, κι όμως μ’ αγκάλιασε και με φίλησε με τόση θέρμη και λαχτάρα, σαν να ‘μουν εγγονή της. Και τότε είδα στο πρόσωπο αυτής της γιαγιάς την αληθινή Ελλάδα, όπως εγώ την έχω μέσα μου: την πονεμένη, παντοδόχα μήτρα, το χωνευτήρι των λαών, την ιερή ελιά που αντέχει και βαστάει στους χειμώνες, τη χαροκαμένη μάνα που αφήνει λουλούδια στους τάφους των στρατιωτών που σκότωσαν τον γιο της. Την Ελλάδα που το βλέμμα της φέγγει ακόμα κι όταν ο ήλιος κρύβεται πίσω από βαριά σύννεφα, που ορθώνει το ανάστημά της σαν τον Όλυμπο ακόμα κι όταν τη λαβώνουνε κατακτητών σπαθιά, την Ελλάδα της μειοψηφίας των λεόντων που πέφτουν ήρωες αντί να σταθούν προδότες, την Ελλάδα που ξέρει να πεθαίνει, γελώντας με τον ίδιο τον Χάρο. Αυτή είναι η Ελλάδα κι όχι οι Εφιάλτες που ανοίγουν τις κερκόπορτες να μπουν στην πόλη οι οχτροί. Η διαφθορά, η φυγοπονία, το ψέμμα κι η απάτη είναι οι λάσπες στις οποίες κυλιόμαστε για ν’ αποφύγουμε τον αγώνα της υπέρβασης, όχι η ουσία μας.
Η συνάντηση με εκείνη τη γιαγιά -κι αργότερα με τον παπα Γιώργη, τον μειλίχιο ιερέα του ναού- στάθηκε για μένα καθοριστική. Σιγά σιγά ο θυμός για τη χώρα που με γέννησε κόπασε. Κι ένιωσα πως ο τόπος μου με χρειάζεται περισσότερο απ’ ό,τι οποιοσδήποτε άλλος τόπος αυτήν την στιγμή, κι ας ξέρω ότι είναι δύσκολη η επιβίωση κι ακόμα δυσκολότερη η ευδοκίμηση.
Ένιωσα, επίσης, πως η Ελλάδα έχει μια κρυφή διάσταση που δεν την συνάντησα σε καμιά από τις δέκα χώρες των τριών ηπείρων όπου έχω περπατήσει. Τούτη τη διάσταση τη χτίζουνε πολλά: η γη αυτή που δέχεται τα βήματά μας επί χιλιετίες, οι άνθρωποι κι η φύση τους, η πίστη μας η ορθόδοξη π’ άντεξε στους αιώνες,η τάση μας προς τ’ άπιαστα κι ο άνεμος της έμπνευσης και της ανησυχίας που μας σπρώχνει ν’αρμενίσουμε στο ‘αλλού’…
Αφύπνιση θαρρώ πως χρειαζόμαστε, πάνω απ’όλα. Να σκαλίσουμε τις μνήμες μας, να δούμε ότι τα ίδια δαιμόνια μάς κατατρύχουν ανέκαθεν κι ο ίδιος πυρήνας μάς κρατά ζωντανούς. Να ξεριζώσουμε τα παράσιτα, να σκάψουμε το χώμα ν’ αναπνεύσει, να κλαδέψουμε τους κλώνους να πάρει φως ο κορμός, να συνεχίσει η ιερή ελιά μας να δίνει καρπούς, παρά τους βαριούς χειμώνες του παρόντος και του μέλλοντος
«Αν και αγαπά τη σιωπή, η Ηλιοδώρα αγαπά και να γράφει. Από την πένα της βγαίνουν στίχοι έμμετροι και ελεύθεροι, διηγήματα, παραμύθια, μυθιστορίες, τραγούδια…»
  • φωτογραφία της Ηλιοδώρας Βασιλείου  με τίτλο «Λιόφυτο στα πόδια του Κερκετέα»
Be the first to comment!
 
Leave a reply »