263 views 0 comments

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος για την φιλοσοφία της Ηθικής του Kant

by on Φεβρουάριος 12, 2016
 

Επιμέλεια ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ

Στις 7 Φεβρουαρίου του 2016 απεβίωσε ο πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός και φιλόσοφος Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, μια ημέρα πριν κλείσει τα 103 χρόνια του, αφήνοντας πίσω του ένα άκρως σημαντικό έργο.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1913 και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και έγινε διδάκτορας αυτού. Εξελέγη καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έχει διδάξει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο πανεπιστήμιο Νανσύ στη Γαλλία. Σε νεαρή ηλικία συνδέθηκε με στενή φιλία με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Γεώργιο Καρτάλη.

Κορυφαίο έργο του είναι η «Φιλοσοφία του Δικαίου», όπου αναπτύσσεται ο κλάδος της φιλοσοφίας, πραξιολογία, και με βάθρο αυτή θεμελιώνεται και αναδιαρθρώνεται το σύστημα του δικαίου. Εξαίρετα είναι και τα έργα του για τον Πλάτωνα και τον Aριστοτέλη, φιλοσόφους που μελέτησε και ανέλυσε σε βάθος.

Ο Δεσποτόπουλος όμως μελέτησε σε βάθος και τον γερμανό φιλόσοφο Immanuel Kant,  (22 Απριλίου 1724 – 12 Φεβρουαρίου 1804). Δείγμα αυτής της μελέτης είχαν την τύχη να γνωρίσουν οι παριστάμενοι στην  έκτακτη συνεδρία  της 6ης Δεκεμβρίου 1988, της Ακαδημίας Αθηνών*.

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, τίμησε με ομιλία του τον Immanuel Kant τον επιφανέστερο φιλόσοφο της Γερμανίας, όπως ο ίδιος τον αποκάλεσε στην προσφώνησή του. Δεν παρέλειψε μάλιστα να επισημάνει τις ομοιότητες εκείνες του Kant με τον Σωκράτη, που εντοπίζονται στην προσήλωση και των δύο στη γενέτειρά τους και στην ταγμένη ζωή τους στην φιλοσοφία, ως ζήτηση της ριζικής αλήθειας και ως άσκησης ακέραιης του καθήκοντος. Ομολογεί μάλιστα ότι στα νεανικά του χρόνια η ηθική φιλοσοφία του Kant υπήρξε η τρίτη και ισότιμη πηγή της ουσιαστικής παιδείας του, παράλληλα προς τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και προς την ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

Το 1788 δημοσιεύθηκε το κύριο έργο της ηθικής φιλοσοφίας του Kant, η «Kritik der praktischen Vernunft», στα ελληνικά όπως είναι γνωστή «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η Κριτική αυτή, έχει πια καθιερωθεί ως κλασικό έργο της ηθικής φιλοσοφίας, έστω και αν πριν τρία χρόνια δημοσιεύθηκε η «Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών», που είχε ήδη εκθέσει τα ουσιωδέστερα στοιχεία της Ηθικής του Kant.

kant[1]

Immanuel Kant

  Στην ανάπτυξη που ακολουθεί ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος επισημαίνει ότι είναι χαρακτηριστική για την ηθική του Kant η παραδοχή του «πρωτείου» του «πρακτικού νου» απέναντι στον «θεωρητικό». Γιατί με τον δίχως όρους «πρακτικό νου», είναι λειτουργικά συναρτημένη η ελευθερία του ανθρώπου. Η ελευθερία στο σύστημα του Kant αποτελεί το δομικό στοιχείο στο οποίο στηρίζεται το φιλοσοφικό σύστημα του πρακτικού αλλά  και του θεωρητικού Νου. Και τούτο διότι ελευθερία σημαίνει, εκτός από τ’ άλλα, ικανότητα προς αποκάλυψη του ηθικού νόμου, μέσω της βουλησιακής ενέργειας του ανθρώπου.

Ο Δεσποτόπουλος, αναζητώντας τις συγγένειες της ηθικής του Kant, ανατρέχει στις απαρχές της μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς από τον Αριστοτέλη. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης γράφει ότι αρχή της συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι η ελευθερία του, αλλά η πρωταρχή αντικειμενικά της συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι ο σκοπός, δηλαδή ό,τι αποτελεί σκοπό, η προκείμενη αξία. Αυτό που ονομάζει ο Kant αυτονομία της βουλήσεως δεν είναι τίποτε άλλο από την εσώτατη συνάφεια του ηθικού νόμου προς τη θέληση του ανθρώπου, κυβερνημένη από τον καθαρό πρακτικό νου. Εκφραστικότατος για την έννοια της αυτονομίας της βουλήσεως είναι ο λεγόμενος «βασικός νόμος του καθαρού πρακτικού νου»: «Πράττε με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της θελήσεώς σου να είναι δυνατόν πάντοτε να ισχύει ταυτόχρονα ως αρχή καθολικής νομοθεσίας». Η αυτονομία της βουλήσεως δεν σημαίνει αυθαίρετο καθορισμό του περιεχομένου της, αλλά αποκάλυψη και τήρηση κανόνα πρακτικού με κύρος καθολικό.

Καίρια έννοια της ηθικής φιλοσοφίας του Kant, είναι ο όρος «Καθήκον» (Pflicht). Η συμπεριφορά του ανθρώπου εμφανίζεται ως αυθεντικά ηθική, όταν αποφασίζεται και τηρείται ή επιτελείται από «Καθήκον», δηλαδή από σεβασμό καθαρό προς τον ηθικό νόμο, αλλά και σε αντίθεση προς τις παρορμήσεις αλογικών ψυχικών τάσεων, όπως είναι οι επιθυμίες και αποστροφές. Άρα λοιπόν η επιτέλεση του Καθήκοντος, που δίνεται εδώ, όχι με την καθημερινή τετριμμένη έννοια της αρμοδιότητας, είναι αποτέλεσμα μιας επιβολής πάνω στη θέληση που εκφράζεται με το ρήμα «Sollen» (Πρέπει). Ο κανόνας αυτός ονομάζεται «προσταγή», και μάλιστα απόλυτη, δηλαδή ισχύει ανεπηρέαστη από κάθε όρο, και ονομάζεται ειδικότερα «κατηγορική προσταγή».

Ο Kant, ύμνησε πραγματικά το «Καθήκον», ως έννοια στην οποία συγκλίνουν η ελευθερία, η κατηγορική προσταγή και ο ίδιος ο ηθικός νόμος. Αγιοποίησε με αυτόν τον τρόπο τον ηθικό νόμο, θεωρώντας τον απαραβίαστο. Και μπορεί το σύστημα της ηθικής του, κατά τους μεταγενέστερους μελετητές της φιλοσοφίας του, να έγινε αντικείμενο κριτικής, καθώς πρότεινε έναν «ηθικό ιδεαλισμό» που παραγνώριζε την γενικότερα ευάλωτη φύση του ανθρώπου και που τελικά εγκαθίδρυε μία «πίστη στον ηθικό νόμο», ωστόσο ήταν αυτό που εκλάμβανε τον άνθρωπο ως σκοπό αυτό καθ’ εαυτόν· με την αυτονομία της ελευθερίας του είναι το υποκείμενο του ηθικού νόμου, και άρα δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η χρήση του ανθρώπου ως απλώς μέσου, αλλά επιβάλλεται η αντιμετώπισή του πάντοτε ως σκοπού. Η βασική αυτή αρχή έχει την εφαρμογή της στο δίκαιο και στην αναγνώριση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ο Δεσποτόπουλος στην ανάλυσή του δεν παραβλέπει το πρόβλημα της διάκρισης των ειδών της διανοίας, που στον Kant ορίζονται ως «θεωρητικός νους» από την μία και «πρακτικός νους» από την άλλη. Σε ποια μορφή ανήκουν τα πρωτεία; Ποια από τις δύο κατηγορίες υποτάσσεται στην άλλη; Μπορεί ο «πρακτικός νους» ν’ ακολουθεί τα κελεύσματα του «θεωρητικού νου»; Καταφεύγει στον Αριστοτέλη λοιπόν και στα «Ηθικά Νικομάχεια»· η κρίσιμη αυτή διάκριση επεξηγείται και ολοκληρώνεται με την επιγραμματική έκφραση «διάνοια δ’ αυτή ουθέν κινεί, αλλ’ η ένεκα του και πρακτική», δηλαδή η διάνοια καθ’ εαυτήν, περιορισμένη στη γνώση απλώς της πραγματικότητας, δεν επιφέρει μεταβολή στον κόσμο και μόνο η διάνοια με πρακτική λειτουργία, προσανατολισμένη σε κάποιο σκοπό επιφέρει την δράση του ανθρώπου την μεταβλητική του κόσμου. Πολλές σελίδες με κοπιαστικές αναλύσεις στην «Κριτική του Πρακτικού Λόγου», αφιερώνονται στην δυνατότητα του «θεωρητικού νου» να λειτουργεί συνάμα και ως «πρακτικός», να επιβάλλει άρα στη θέληση τις υπαγορεύσεις του, παραγνωρίζοντας ίσως την ιδιοσυστασία του «πρακτικού νου» δηλαδή την θεμελίωσή του και  στην ψυχορμητική υπόσταση του ανθρώπου. Διστακτικός μάλιστα ως προς το πρωτείο του ψυχορμητικού ή του καθαρώς νοητικού στοιχείου υπήρξε και ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Ο Δεσποτόπουλος ωστόσο σημειώνει ότι στην αξίωση να κυριαρχήσει ο καθαρός πρακτικός νους στην ψυχική ζωή του ανθρώπου, όπως το ήθελε και το ισχυριζόταν ο Kant, υπάρχει ένδοξο προηγούμενο στην ιστορία της φιλοσοφίας με την ηθική ανθρωπολογία του Πλάτωνα.

Στην «Κριτική του Πρακτικού Λόγου», εκδηλώνεται η ηρωική προσπάθεια του Kant να περισώσει την ενιαία ρίζα του φιλοσοφικού του στοχασμού. Από την μία το γνωσιολογικό σύστημα, γεμάτο a priori σχήματα, εποπτείες και κατηγορήματα, στα οποία εμπίπτουν οι παραστάσεις του αισθητού κόσμου, μία πραγματικότητα ικανή να γίνει γνωστή με τις μεθόδους της διάνοιας, ικανής ακόμη και να συλλαμβάνει την ύπαρξη του εαυτού μας ως απειροελάχιστου πλάσματος ενταγμένου στο άπειρο πλήθος και μέγεθος των ένυλων κόσμων. Από την άλλη το ηθικό του σύστημα, που μοιάζει με θρησκεία, μία ηθική νομοτέλεια που ισχύει έξω από τον κόσμο «του πραγματικού», και βασίζεται στην μεγαλοσύνη του ανθρώπου ως όντος νοητικού, δεκτικού να αντιλαμβάνεται και να αποκαλύπτεται εντός του η έννοια της ελευθερίας, ως  προϋπόθεσης του απειροδύναμου ηθικού νόμου, ώστε να έχει ζωή τελικώς ανεξάρτητη από την κατάσταση του ζώου και από τον αισθητό κόσμο ολόκληρο.

Αυτή η αντινομική υπόσταση του ανθρώπου, αντίστοιχη προς την δυαδική φιλοσοφική στάση, δόθηκε με την κλασική πλέον έκφραση του Kant: «Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή με πάντοτε καινούριο και μεγαλύτερο θαυμασμό και δέος, όσο πιο συχνά και επίμονα ο στοχασμός ασχολείται με αυτά: Ο έναστρος ουρανός υπεράνω μου, και ο ηθικός νόμος εντός μου..Τα βλέπω εμπρός μου και τα συνδέω άμεσα με τη συνείδηση της ύπαρξής μου..»

 

*Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Νέα Εστία» με τίτλο «Ο Καντ και η φιλοσοφία της Ηθικής» τχ 1477 σελ. 77 επ.

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »