497 views 0 comments

Ο τουρισμός και ως ψύχωση

by on Ιούλιος 17, 2014
 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Όταν κάνεις με το αυτοκίνητο πεντακόσια χιλιόμετρα σε μια βδομάδα, για να δεις, υποτίθεται, στα πλαίσια του τουρισμού, όσο γίνεται πιο πολλά μέρη, τότε στο τέλος, δεν θυμάσαι παρά μόνο τα βενζινάδικα. Είναι αυτή η φαιδρότητα, η εμμονή του δήθεν τουρισμού που έγινε ιδεολογία τις τελευταίες δεκαετίες, να πας να δεις δήθεν κάτι, μια πόλη, μια χώρα, σε ελάχιστο χρόνο κι εντέλει ό,τι έχεις δει είναι απολύτως επιφανειακό, δεν έχεις καταλάβει τίποτε και μετά, όταν γυρνάς σπίτι βλέπεις τα βίντεο και επίσης δεν καταλαβαίνεις τίποτε.

Όλο το πράγμα είναι μια προσχηματική διαδρομή κατά την οποία θαυμάζεις το θαυμασμό σου κι επιστρέφεις κενός και υπερήφανος χωρίς λόγο.
Μια γιαγιά, πόντια, προχθές έλεγε ότι είναι αποφασισμένη να πάει να δει την Κίνα, για μια βδομάδα, επειδή πήγε μια φίλη της, ενώ βέβαια, όπως σχεδόν όλοι μας, δεν έχει πάει στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, ούτε στα νησιά. Αλλά είναι αυτή η μυθολογία του εξωτισμού, υποτίθεται, που ελκύει κόσμο ο οποίος αγνοεί παντελώς την ιστορία της πόλης όπου ζει, αλλά κατά τα άλλα θέλει σε μια βδομάδα να μάθει την απέραντη Κίνα -με την έννοια που πολλοί θεωρούν ότι το Παρίσι είναι η Νίσνεϊλαντ, κι όχι τα μπαρ όπου σύχναζε ο Σαρτρ και η Μπωβουάρ, το Καρτιέ Λατέν και το Μονπαρνάς.
Πρόκειται για το ιδεολόγημα της ψευδο-φυγής, που μας έχει επιβληθεί, κι εμείς υπακούουμε ως τηλεοπτικά ανδράποδα. Πιστεύουμε πως δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχείς, ούτε επαρκώς αξιοπρεπείς, αν δεν πάμε δέκα μέρες στην Ταϊλάνδη, ή στην Ινδονησία, μια εβδομάδα στη Μαδρίτη, ή στις Δαλματικές ακτές. Ζώντας επιφανειακά, μέσα στα κλισέ και στο δήθεν, περιφρονώντας όλη τη μαγεία και το μεγαλείο του κοντινού, του προσιτού και του κατανοητού, πρέπει να επαληθεύσουμε τον ιδεοκαταναγκασμό του μεγάλου ταξιδιού για να νιώσουμε ότι έχουμε ξεφύγει.
Από τι; Και από ποιον -εφόσον η πόλις σε ακολουθεί;
Υπάρχουν άνθρωποι που πήγαν στου διαβόλου τη μάνα για να δούνε κάτι πολυδιαφημισμένο, που τελικά δεν ήταν τίποτε ή ήταν απολύτως ασήμαντο σε σχέση με το τι θα έβλεπαν σε πολύ κοντινότερους τόπους, του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού.
Και ο τουρισμός έχει επιβληθεί ως συνταγή ευτυχίας, έχει περιβληθεί μια φιλολογία του λυτρωμού, της αλλαγής, της φυγής, ή της ταξικής καταξίωσης, όπως η Μύκονος έχει συνδεθεί με την ελαφρολαϊκή εκδοχή της συναναστροφής με διασημότητες, τουλάχιστον τις διασημότητες της εποχής, που είναι οι πρωινατζούδες και οι λοιποί γίγαντες της τηλοψίας, μαζί με μυώδη γκαραζοτεκνά και οψίπλουτα λαμόγια. Πόσες χιλιάδες εκπομπές έχουνε γίνει για τη Μύκονο, αλλά μηδενικές σχεδόν για το Καστελόριζο, ή την Πάτμο -δείχνοντας πάντα ξέκωλα να χορεύουν και με την επωδό “Τι καλά που περνάμε εδώ στη Μύκονο! Περνάμε τέλεια”, λέει η συνεντευξιαζόμενη με το υποτυπώδες μαγιό. Και δώσ’ του όλοι να πάμε να γίνουμε ευτυχισμένοι στο νησί της Κορομηλά και του Κωστόπουλου, να βρούμε μια ομπρέλα δίπλα τους, και να καταξιωθούμε. Να περάσουμε τέλεια!
Βέβαια, καλό είναι να μπορεί κανείς, κάθε κάποιο λογικό χρόνο να πηγαίνει σε κάποιο μέρος να αναπαύεται και να μαθαίνει και κάποια καινούργια πράματα (αφού, βλέπεις, πρώτα έμαθε τα παλιά), να ηρεμεί και να εκτονώνεται, αρκεί αυτό να μην είναι πόζα, μιμητισμός, και επίδειξη και βεβαίως: κάθε μέρος έχει τα πραγματικά ενδιαφέροντα σημεία και την ιστορία του, που αξίζει να γνωρίσει κανείς, όμως είναι πολύ αμφίβολο, αν οι οχτώ στους δέκα που πηγαίνουνε στη Σκιάθο, εκτός από τα ωραία μπάνια που θα κάνουνε στον Τσουγκριά, έχουνε ακούσει, έστω και κάτι, για τον Παπαδιαμάντη, ή τον Μωραϊτίδη.
Θα πεις, τώρα, οι οχτώ στους δέκα που περνούνε καθημερινά, διαρκώς, τη γέφυρα της Ποτίδαιας, γνωρίζουνε ότι το μέρος αυτό είναι μια από τις βασικές αιτίες του Πελοποννησιακού πολέμου; Όχι. Κι εξάλλου, τι νόημα θα ‘χε;

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι συγγραφέας-δημοσιογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο «Νοέμβριος» κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Πατάκη

 

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »