206 views 0 comments

Τα ποιήματα της Κυριακής

by on Μάιος 7, 2017
 

Επιμέλεια ΧΡΗΣΤΟΣ  ΒΑΣΜΑΤΣΙΔΗΣ

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο  Γιάννης Στίγκας (από την ποιητική συλλογή «Βλέπω τον κύβο  Ρούμπικ φαγωμένο », Εκδόσεις Μικρή Άρκτος,  2014).

Υποδοχή: Και αν δεν είναι ο κύβος φαγωμένος αλλά το μήλο; Αυτό το αρχετυπικό μήλο που σήμανε την έναρξη τόσων δεινών για τον άνθρωπο; Εκτόπιση, γνώση, καλό ή κακό και προσπάθεια για ανέλιξη ή αιωνιότητα. Αλλά μήπως και η ανασύσταση κάθε τρισδιάστατου κύβου του Ρούμπικ δεν είναι μία μικρή δαγκωματιά στην ροή μιας προ-κωδικοποίησης που κατατρέχει την ύπαρξή μας; Μέχρι να ενωθούν τα σημεία ώστε να δίνουν ένα αρμονικό οπτικά αποτέλεσμα. Ακόμη και με ραφές όπως του Φρανκενστάιν που στα μέλη του ξεκινά ο εμφύλιος. Το πέμπτο βιβλίο του Γιάννη Στίγκα φέρει τον τίτλο «Βλέπω τον κύβο  Ρούμπικ φαγωμένο» και έχει στο εξώφυλλο μία εικόνα από γαλλικό Bestiario του 15ου αιώνα.  Bestiary ή αλλιώς Ζωολόγιο, έχει επικρατήσει να σημαίνει ένα είδος βιβλίου με απεικονίσεις και διασκεδαστικές ή αλληγορικές περιγραφές πραγματικών και μυθικών ζώων. Ένα λεξικό μυθολογικών ζωολογικών παραδόσεων. Αναφερόταν δε όχι μόνο στα ζώα αλλά και στα άλλα δύο βασίλεια των φυτών και των ορυκτών. Κατά το Μεσαίωνα ήταν το πιο διαδεδομένο ανάγνωσμα μετά τη Βίβλο. Στο Bestiario, πρωταγωνιστής είναι το ζώο και ο άνθρωπος ένας ταξιδιώτης στο δρόμο της μεγάλης περιπέτειας, έτοιμος πάντα να διαβάσει τα «μυστικά σύμβολα». Στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα βλέπουμε μία πινακοθήκη από αλλόκοτα μυθολογικά πλάσματα, τα οποία ενεργούν ως άλλα κατοικίδια στο ψυχικό εγώ του ποιητή. Αυτά τα δεσποζόμενα υπό την ποιητική γραφή του Στίγκα πλάσματα, ενώ προέρχονται από το χώρο του μύθου, εντάσσονται στην πιο τερατώδη από αυτά καθημερινότητα, τόσο τη χρονική όσο και την αστική, ανατρέποντας την κοινοτοπική υπαρξιακή τάξη, προσφέροντας καινοφανή κριτήρια για μια άλλη νέα γνώση. Τα αλλόμορφα αυτά πλάσματα οδεύουν/αναδύονται προς/από τα βάθη μιας άλλης ταυτότητας. Δικής μας ταυτότητας, το είδωλο της οποίας ακόμη αναζητείται («τα ίδια χέρια παίζονται/θα σκίσουν στον καθρέφτη το είδωλο/πώς δένεις τα κομμάτια σου ύστερα;/κασκόλ;/ γραβάτα;/ ψέματα;»). Μικροί στίχοι επαρκώς αφαιρετικοί, περιγραφικές στροφές με μεταφορικές εξάρσεις, εξυπηρετούν την αλληγορία του θέματος. Ποιήματα για τον εσωτερικό εκείνο χώρο που αφήνουν κενό οι αισθήσεις μόλις φεύγουν. Εμείς απλά δίνουμε ονόματα όπως εαυτός, χρόνος, νόημα.

Μουσική Διάθεση: Lydia Lunch & Rowland S. Howard – Burning Skulls

 

 

ΚΥΚΛΩΠΑΣ

 

Τζένη μου

                    γαντζώθηκα

                    από  το υπογάστριο του ποιήματος

                    ακούω το μεγάλο χέρι από ψηλά

                    με το ψαλίδι

 

Άκου τι θέλω τώρα

ν’ αφήσεις, φυσικά, τις κλάψες

και να μας πεις για τ’ άλλο μάτι σου

το μάτι που φυτρώνει στη συμφορά

 

ότι μπορεί να σου βαστήξει χρώματα

 

μαύρο αν σ’ αγαπήσω κι  άλλο χάθηκες

κάθε παλμός είν’ ένα παραπάτημα του κόκκινου

το δαγκωμένο μπλε είναι θάλασσα

                    που ‘πνιξε

                   που μετάνιωσε

                   και πάει να γαληνέψει

 

Εμπρός σ’ ακούω

μίλα μου

Άμα δεν προδοθεί η όραση

τι σόι όραση έχεις;

 

Μη μου γρυλίζεις ρε

 

Εγώ μπορώ και μ’ ένα bic

να γίνομαι κανένας

 

 

8_n

» Μινώταυρος, της περσικής προέλευσης, με ανθρώπινο πρόσωπο, σώμα λιονταριού και ουρά σκορπιού.»

 

ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΤΙΤΛΟ

 

                 στραβά που σ’ έραψα στραβά

                 στραβά θα με ξηλώσεις 

 

Αγαπητέ κύριε,

εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες

γιατί μετά, το δροσερό νερό

μετά, το χάδι στα μαλλιά

το «σώπα, ξημερώνει».

 

Ενώ για μένα τι;

που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση

που μ’ αλυχτάνε τα σκυλιά

που με τρυγά η σκουριά

-τόσες περικοπές για ένα κορμί-

τουλάχιστον ας βάζατε ανοξείδωτες τις βίδες,

για να μη γυροφέρνω μ’ ένα κίτρινο αδιάβροχο

χειμώνα-καλοκαίρι

σαν τους επιδειξίες.

 

Κι ύστερα,

γιατί εμένανε τα χέρια μου

να’ χουνε τέτοιο εμφύλιο

το’ να να θέλει  να γυρίσει στον παράδεισο

τ’ άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ

έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

 

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο

ένα της πλάκας ή

ένα δικό μου όνομα

-ας γράφατε μονάχα τ’ αρχικά-

έστω μια τρίλιζα

(στο ύψος της καρδιάς)

-κι έννοια σας, κύριε-

γνωρίζω εγώ να χάνω.

 

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ       

 

έκαψα πολλές ευχές μέχρις εδώ

                        ιδρώνουνε στις χούφτες μου τα σπίρτα

 

Κι έτσι όπως με κυνηγούσαν όλα τους

 

τα πριν

το τώρα

τα μετά

 

«κάτσε να πάρω μιαν ανάσα» είπα

κι ήταν κουβάρι ολόκληρο

τρελή ανάσα γόρδια

 

ξεροκατάπια

 

και κάπου στον λαιμό μού λύθηκε-

οχτώ χιλιάδες σπάγκοι ξαφνικά

να με τραντάζει ο βήχας

να φτύνω κάτι κέρατα:

ότι είμαι πια τριάντα εφτά

δεν έχω καταλάβει καν

το πιο μικρό μου δάχτυλο

 

αυτό θα πει διαμελισμός

αυτό θα πει λαβύρινθος

 

ξεροκατάπια ακόμη μια φορά

 

θ’ ακολουθήσω την κλωστή

που βγαίνει από τη μύτη μου

(το μακελειό της μιας

και μόνης πιθανότητας)

 

κι αλήθεια σου τ’  ορκίζομαι

πως πουθενά δεν έστριψα

 

αλφάδι ο δρόμος

 

σαν να τον έχει ανοίξει

βαριά μπουλντόζα

ή

η πίστη μου

 

και όλα τα διαζευκτικά τα –ι-

τα ξαποστέλνει ο βήχας

 

 

Βιογραφικό

 

94_n

Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Η αλητεία του αίματος». Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, βουλγάρικα και σέρβικα. Ποιητικές συλλογές:

(2014)          Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο, Μικρή Άρκτος

(2012)          Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, Μικρή Άρκτος

(2009)          Ισόπαλο τραύμα, Κέδρος

(2006)          Η όραση θ’ αρχίσει ξανά, Κέδρος

(2004)          Η αλητεία του αίματος, Γαβριηλίδης

 

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »