128 views 0 comments

Τα ποιήματα της Κυριακής

by on Ιούλιος 9, 2017
 

Επιμέλεια Χρήστος Βασματζίδης

Περιπλάνηση στην πόλη

Ο όρος flâneur/πλάνης χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Μπωντλαίρ, για να περιγράψει τον περιπατητή της πόλης,  αυτόν  που περιπλανάται χωρίς σκοπό, παρατηρώντας ανθρώπους και καταστάσεις, ανακαλύπτοντας στην πόλη τις πολυδιάστατες πτυχές της.

Η φιγούρα αυτή παρουσιάζεται σε έργα προγενέστερα του Μπωντλαίρ, όπως «Ο άνθρωπος του πλήθους» του Έντκαρ Άλλαν Πόε. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, όμως, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ήταν που έκανε μία ιδιαίτερη ανάλυση του φαινομένου του πλάνητα.  Από εκεί και πέρα η εξέλιξη της ταυτότητας του πλάνη συνδέεται με το πρωτοποριακό κίνημα των Καταστασιακών του Γκυ Ντεμπόρ και την ψυχογεωγραφία, την μελέτη, δηλαδή, των εξειδικευμένων επιπτώσεων του γεωγραφικού περιβάλλοντος (είτε είναι συνειδητά οργανωμένο είτε όχι) επί των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς των ατόμων.

Αρχικά, αντικείμενο της περιπλάνησης ήταν το  Παρίσι του 19ου αιώνα, που παρουσίαζε την εικόνα μιας σύγχρονης για την εποχή μοντέρνας πόλης. Ο χώρος του πλάνητα ήταν οι παρισινές στοές, μία εφεύρεση δηλαδή της βιομηχανικής εποχής.

Ποιός όμως είναι ο flâneur ή ο πλάνητας. Σύμφωνα με λεξικά της εποχής, ο flâneur ερμηνεύεται μεν ως ο περιπλανώμενος, αλλά και ως ο άεργος, ο τεμπέλης, ο ματαιόσχολος.  Για τον Μπωντλαίρ όμως, ο πλάνης είναι ο «ήρωας της μοντέρνας ζωής» είναι ο δανδής, ή όπως τον αποκαλεί «ο πρίγκιπας, ο εραστής της ζωής».  O δανδής/πλάνης είναι το τελευταίο «ψήγμα ηρωισμού σε μία εποχή παρακμής». Είναι ακριβώς αυτός που επιβιώνει της αφομοίωσης που συνεπάγεται η μοντέρνα ζωή, αυτός που μέσα στο πλήθος ξεχωρίζει.

Με την μέθοδο της περιπλάνησης και της παρατήρησης, ο πλάνης όχι μόνο ανιχνεύει τα αστικά κείμενα και περικείμενα και τα σχολιάζει, αλλά συμμετέχει και ο ίδιος στο αστικό γίγνεσθαι.

Στο δοκίμιο «Αλλόκοτος Ελληνισμός» (Περιπλάνηση Κυριάκος Αγκωνίτης), (Εκδόσεις Κίχλη), ο συγγραφέας Νικήτας Σινιόσογλου γράφει ότι,  ο Μπένγιαμιν θεωρεί ότι η άσκοπη περιπλάνηση προκαλεί μία ψυχική μεταβολή που την ονομάζει «μνημονική μέθη». Η πόλη ποτίζει τον πλάνητα με κάθε της σκαλοπάτι, πινακίδα ή μνημείο. Αποκαλύπτεται ολόγυμνη και ζώσα ενώπιόν του, όπως οφείλει να είναι κάθε πόλη ελεύθερη από τις «νεκρές χρονολογίες» της ιστορίας της ή το φορτίο σωρευμένων εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών και δεδομένων.

Και παρακάτω συνεχίζει ο συγγραφέας στην ωραία του ανάλυση, «το βλέμμα του πλάνητα δεν συναντά τα πράγματα· μάλλον συναντά το βλέμμα των πραγμάτων τη δεδομένη στιγμή. Αυτή είναι η βασική αρχή της φιλοσοφίας της περιπλάνησης  «Βλέπει κανείς μόνον ό,τι τον κοιτάζει ήδη».

Ο σύγχρονος πλάνης, που κουβαλά όλες τις προηγούμενες εκδοχές, παρατηρεί τον κόσμο, τις οδούς, τα μνημεία, αλλά παρατηρεί και πράγματα εντελώς ασήμαντα άνευ χρηστικής αξίας. Κυρίως όμως παρατηρεί τις αλλαγές, τις ραγδαίες μετατοπίσεις του αστικού περιβάλλοντος, που τον κάνουν  να αισθάνεται εξόριστος ή ξένος στο αστικό τοπίο στο οποίο μεγαλώνει, καθώς η εξέλιξη της πόλης είναι τεχνολογικά ακαριαία και αναφομοίωτη·  αναζητά τα νήματα εκείνα που θα κάνουν το κάθε τόσο καινούριο παρελθόν της πόλης οικείο και κατοικήσιμο.

Τις πόλεις -όπως και τα βιβλία- μπορεί κάποιος να τις διαβάσει όπως λέει ο αρχιτέκτονας  Jan Gehl που φαίνεται να κατανοεί πλήρως τη γλώσσα τους. Ο δρόμος, το πεζοδρόμιο, η πλατεία και το πάρκο αποτελούν τη γραμματική τους. Η συνάντηση  με το βλέμμα των πραγμάτων, σημαίνει για τον flâneur την αισθηματοποίηση των ψυχικών φορτίων που μεταφέρουν οι συσσωρευμένες πλέον παλιές εμπειρίες. Είναι η ξανα/γνωριμία με την πόλη και τον χρόνο που αυτή περικλείει.

Ο  Καβάφης το έλεγε πολύ όμορφα  στο ολιγόστιχο ποίημα «Στον ίδιο χώρο»

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας

που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:

με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.

Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

 

 

Ν. Καρούζος,  «Στους δρόμους»

 

Γυρίζει ο έφηβος με τα σφουγγάρια

της ψυχής πραμάτεια. είναι μονάχα ένας γέρος τ’ ουρανού μας

και δροσερός ο πανικός σε τέτοια πατρίδα.

Όλοι πηγαίνουν έχοντας τη φτώχεια ή τον πλούτο

αυτοκίνητα διασχίζουν τους δρόμους

με στεφάνια κηδείας φορτωμένα

όμως

ο γέρος που τον περονιάζει σαν κρύο η νεότητα

με απούλητα σφουγγάρια ψάχνει το κακό

να τ’ αφανίσει θα ’λεγες

απ’ τα σφουγγάρια τραβηγμένο σαν υγρό.

(Από τον τόμο ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ (1961-1978)

 

 

Μιχάλης Πιερής, Γράμμα από το Ρέθυμνο σε φίλη

κατοικούσα εις Αλεξανδρούπολη

(ή αλλιώς: μονόλογος  Κ. Γ. Καρυωτάκη)

 

Τι να σου γράψω από το Ρέθυμνο

κακό που δεν παλεύεται η επαρχία

συγγράφω έργο θεατρικό

απ’ τη ζωή μου να εξορκίσω

το θέατρο του ασήμαντου

σ’ αυτή τη σκονισμένη πόλη

το παίζω περιηγητής

τάχα δεν είμαι εδώ δε ζω κανονικά

είμαι στο Ρέθυμνο περαστικός

κυκλοφορώ περιεργάζομαι βαριέμαι

δεν μ’ εμπνέει αυτή η θέα

και την αλλάζω

ορίστε: τα έχω όλα ετοιμάσει

ρούχα χαρτιά αισθήματα και ιδέες

όνειρα της ψυχής και του κορμιού

σ’ αυτό το σάκκο

και τώρα συσπειρούμαι

για το γενναίο σάλτο μου προς την ωραία Θράκη.

(Είτε εκεί που βρίσκεσαι είτε εδώ που είμαι

σ’ όλες τις cartes-postales η ίδια θέα).

(Μεταμορφώσεις Πόλεων. Εκλογή ποιημάτων (1978–2008)

 

 

Τίτος Πατρίκιος,  «Η πόλη που γεννήθηκα»

 

Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών

δεν αποκρίνεται κανείς.

Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.

Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της

και με τυφλώνουν ρεκλάμες.

Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.

Βόρειο πλάτος, αίμα.

Βόρειο μήκος, θάνατο.

(Μαθητεία 1952-1962)

 

 

Ρομπέρ Ντεσνός, «Μια πόλη»

 

“Μες στην πόλη που κρεμούν τον διάβολο από τα κέρατα

Μέσα στην πόλη την κλειστή και ανοιχτή

Μέσα στην πόλη που με μολύβι και χαρτί μετρούν όλους τους πόθους

 

Στην πόλη δίχως τόπο και φωτιά

Στην πόλη δίχως πίστη και νόμο

Στην πόλη που δεν έχει παλικάρια

 

Στην πόλη που ο καθένας διασκεδάζει

Στην πόλη που με παγωμένα δάκρυα κλαιν

Στην πόλη των έντεκα ωρών

Μη νομίσετε ότι ξέρω και πολύ καλά τι τρέχει-

Ακόμη δεν την έχω επισκεφτεί.”

(Μετ. Βερονίκη Δαλακούρα)

 

Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Για τις πόλεις»

 

Από κάτω τους οχετοί.

Μέσα τους τίποτα, κι από πάνω καπνός.

Ζήσαμε εκεί μέσα. Τίποτα δε χαρήκαμε.

Φύγαμε κείθε γρήγορα. ΚΙ αργά φεύγουν κι αυτές.

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μ. Πλωρίτης, Θεμέλιο)

 

 

****Ο  πίνακας Werther I  του Lyonel Feininger, που πλαισιώνει εικαστικά την ανάρτηση, είναι μια πρόταση της Ιστορικού Τέχνης Ροδούλας Γόιδα.

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »