537 views 0 comments

Τα ποιήματα της Κυριακής

by on Ιούλιος 24, 2016
 

Επιμέλεια Χρήστος Βασματζίδης

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Γιώργος Αλισάνογλου (από την ποιητική συλλογή «Παιχνιδότοπος», Εκδόσεις Κίχλη,  2016).

Υποδοχή:  Ένας περίεργος «παιχνιδότοπος» καμωμένος από μνήμες πολέμου, από μνήμες νεκρών στην αιώνια αλληλεγγύη τους. Ο χρόνος σε τέσσερις ενότητες, όχι αποξενωμένες, αλλά συνδεδεμένες και αλληλεπιδρώμενες. Στο τέλος του τρίτου Επιγράμματος η ακολουθία των Πολέμων, των Μνημών και των Λαφύρων φτάνει στις εκβολές της Άνοιξης  και ο  «ἔρωτας  ἀπολιθώνει  πολέμους, ἡ ἀγωνία μας περιγελᾶ τά πάντα…Ἡ φωνή ἀρνεῖται νά πεθάνει». Οι συνεχείς γεννήσεις στο πρώτο ποίημα της συλλογής  (Πρίν, ἦταν πληγή), με το μοτίβο της συχνής επανάληψης, προβάλλουν το μέλλον διά της αέναης επιστροφής στην αρχετυπική κατάσταση της συνθήκης του ανθρώπου. Ο «Παιχνιδότοπος», παρά τη χωρική στατικότητα που θα μπορούσε ερμηνευτικά να προκύψει από την ίδια τη λέξη, δεν είναι παρά μία συνεχής πορεία  που συντελείται στα σχήματα της Ιστορίας. Τα λεκτικά μορφώματα της σύνθεσης με την έντονη εικονοποιῒα, τη σχεδόν θεατρικότητα των ποιημάτων που γίνεται αντιληπτή στην απαγγελία, κατατείνουν στην ανάδειξη των κυρίαρχων αντιφάσεων αυτής της πορείας.

Μουσική διάθεση:  (από τις προτιμήσεις του ίδιου του ποιητή, που έχει επιμεληθεί στο τέλος της συλλογής με τίτλο SOUNDTRACK) Alles wieder offen” / Einstürzende Neubauten, Alles wieder offen, 2007

 

(Από την ενότητα «ΠΟΛΕΜΟΣ»)

 

[Νά μπεῖς διασχίζοντας στό βλέμμα

καί νά τυφλωθεῖς]

 

Στό βρώμικο γρασίδι

σῶμα νεκρό

ἀπό καιρό ἀποσυνθεμένο

γκρίζα ἀνταύγεια

στ’ ἀνοιχτά του μάτια

 

κομμάτι σχεδόν τοῦ φυσικοῦ

τοπίου, τά ἄκρα του

ἑνώνονται μέ τίς

μακριές ρίζες τῶν δέντρων

ἀπό  τά γεννητικά του ὄργανα

φυτρώνει λουλούδι καστανό

στόμα στραμμένο στό χῶμα

κλωστίτσα μικρή ὑφαίνει τόν τελευταῖο ἦχο

ὁδηγεῖ τόν ἁπαλό στήν μέσα πλευρά τῆς γῆς,

στή γαλήνη

σπάργανα ὑπόγεια λιπαίνουν τῆς

δροσιᾶς τήν ὀδύνη

 

τό ἕνα μάτι ἀπό γυαλί, μάχης φυλαχτό

τό ἄλλο, ἡ ἔξοδος κινδύνου ἀπ’ τά ἐρείπια

τῆς  Εὐρώπης στήν ἀκτή

-ἐπέστρεφε καί παῖρνε με μητέρα-

ἀπό τό μάτι του περάσαμε ἀλώβητοι

τραῦμα στό τραῦμα μπουσουλᾶμε

στά γόνατα φυτρώνουν κρίνοι σκοτεινοί

 

πορευόμαστε μεταξύ τελειότητας και φθορᾶς

λές καί ὑπῆρξαμε/λές καί δέν ὑπῆρξαμε νεκροί

τοῦ κόσμου τούτου

 

al eik

                                            Robert Storm Petersen, » Interior with seated figure»

 

[Παιχνιδότοπος]

 

Ἡ βροχή ἔφερε στάχτη

ἐπέστρεψε σάν πέπλο

τό γκρίζο παρελθόν

οἱ τάφοι χρόνια ἀνοιχτοί

ξεκοιλιασμένοι

 

μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη

ξένε καί συνοδοιπόρε τοῦ κορμιοῦ μου

 

νεκροί, κρατώντας τήν ἀνάσα

ὅλο συμπόνοια ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο

μοιράζονται προμήθειες

στό τελευταῖο σύνορο τοῦ χρόνου

ἀνταλάσσουν νέα, ἐφημερίδες στίς συγκεντρώσεις

 

οἱ ψυχές τους ἀναμαλλιασμένες στόν ἀέρα

καρφωμένες σημαῖες στά διστακτικά κόκαλα

ἀνεμίζουν καθώς βροντοῦν οἱ θύρες του παιχνιδότοπου

 

στό σιωπητήριο τη νύχτα

τά κόκκαλα ἐπιστρέφουν πίσω στίς σάρκες

οἱ προβολεῖς φωτίζουν τά ραμμένα κορμιά

τά κοράκια σκαρφαλώνουν στά

ἀστερωμένα μάρμαρα

 

οἱ νεκροί ἀγαπᾶνε τά ποιήματα

ντύνονται στρατιῶτες, ψάχνουν γιά γλώσσα

ἀνοίγουν τίς οθόνες τοῦ ουρανοῦ

συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο

 

δύσκολα κυλᾶ ἡ κυκλοφορία

μέσα σέ τόσους πολέμους

 

(Από την ενότητα «ΛΑΦΥΡΑ»)

 

[Λάφυρο  Λήθης]

 

Διαμαντένιο χρυσόψαρο

κολυμπάει κάτω ἀπ’ τό δέρμα

σταματάει σέ κάθε

λέξη πού ἀρθρώνω

ἀλλάζει κατεύθυνση

σέ κάθε μικρή ἤ μεγάλη

σιωπή

μεταγγίζει  αἷμα

ἀπό καρδιά σέ καρδιά

ἀπό τή λέξη στή σιωπή

μεγαλώνει

ἐπικίνδυνα

ἔξω ἀπό ἑαυτό

συνεχῶς ξεχνάει τί εἶναι-σμαράγδι;

καί ποῦ βρίσκεται-λιβάδι;

ζεῖ σάν ἀνάπαυση  ἤ ἀπουσία

κι ὅλο ξεχνάει

τό φαιοπράσινο φῶς

τή σταχτιά σκιά

πού μεγαλώνει

στήν ἀκινησία τοῦ κροτάφου

ξεχνάει τήν ὑδροφορία τῶν ὠκεανῶν

πού ξεχύνονται μέσα του

ἀγωνιᾶ γιά περισσότερο χῶρο

στόν χῶρο μου

μέ ἀναγκάζει

νά ἀποδράσω ἀπό τή βαρύτητά μου

μέ ὠθεῖ

σέ σωματική συρρίκνωση

στίς θῆκες τῶν λαγόνων μου

τό ἀπατηλό του χρυσούργημα

θά εἰσβάλει σέ λίγο

στή σπηλιά τοῦ μυαλοῦ μου

μιά καινούργια χώρα

θά ἀνθίσει

θά λάμπω,

μά δέν θά θυμᾶμαι

 

θά παρασύρομαι ἀπό τό εἶδος

πέτρα

θά σέρνομαι ἀπό ἐσένα σέ σένα

νεφρίτης

ἀπό νύχτα σέ νύχτα

θά λάμπω

μά δέν θά θυμᾶμαι

 

 

Βιογραφικό

al

 

Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε κοινωνιολογία. Από το Νοέμβριο του 2005 διατηρεί το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν» στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Άηχες κραυγές», Κατσάνος, 2001, «Αφροδίτη», Κατσάνος, 2003, «Ακάνθινη πόλη», Κατσάνος, 2006, «Το παντζάρι και ο διάβολος», Τυπωθήτω (σειρά: «Λάλον ύδωρ»), 2008, «Jesu Christiana», Μαγικό Κουτί & Fata Morgana, 2011 και συμμετείχε με ποίησή του στον τόμο «Συνέδριο αναισθησιολογίας», Σαιξπηρικόν, 2008, μαζί με τον Νίκο Αργυρόπουλο και την Ασημίνα Χασάνδρα. Ο «Παιχνιδότοπος» είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή, από τις εκδόσεις «ΚΙΧΛΗ» .

 

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »