Βιβλίο
449 views 0 comments

“Οι χαμηλές θερμοκρασίες συντηρούν αναλλοίωτα τα συναισθήματα”-Διήγημα του Καβαλιώτη συγγραφέα Διαμαντή Αξιώτη

by on January 6, 2015
Details
 
Editor Rating
Total Score

Hover To Rate
User Rating
User Score

You have rated this

 

Φωτογραφία: Θεοφάνεια. Αλεξανδρούπολη 1960,(http://www.oldalexandroupoli.)

ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΗΤΑΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙ ΒΡΟΜΙΚΟ στους δρόμους, στις αυλές των σπιτιών και κάτω στο λιμάνι την ημέρα των Θεοφανίων. Το τσουχτερό κρύο, παρά τον ήλιο που είχε βγει, κατέβαζε μύτες.

– Ψοφόκρυο, μέρα που είναι, είπε η θεία Βαΐτσα, καθώς τύλιγε την φρεσκοπλυμένη πετσέτα που θα έπαιρνε μαζί του ο ανιψιός της.

Ο Γιώργος τους θα κατέβαινε στο λιμάνι να βουτήξει στα νερά για τον σταυρό. Το αποφάσισε ο παππούς του ο Ντελή- Γιώργης,παραμονή Πρωτοχρονιάς, με το που γύρισε από το καφενείο ποτισμένος στη ρακή. Το είπε, δεν ακούστηκε άλλη κουβέντα – από ποιον να ακουγόταν, άλλωστε; – και έβαλε να μηνύσουν στο φαντάρο, να κατεβεί από το Νευροκόπι όπου υπηρετούσε τη θητεία του. Είχε το λόγο του ο γέροντας: δοκιμασία για τον ντελικάτο εγγονό μέσα από την κατάδυση.

Παρόλο τον κακό καιρό και την ανέχεια, η γιορτή είχε τη μεγαλοπρέπεια που της έπρεπε: λειτουργίες, πομπές, επίδειξη των καινούργιων ρούχων που είχαν βγει από τα κουτιά της UNRRA και τα αμερικάνικα δέματα που κατέφθαναν ύστερα από υπαγορευμένη και καλοπληρωμένη αλληλογραφία. Είχε μπει ο τέταρτος χρόνος που έφυγαν οι τρισκατάρατοι του Βορρά απ’ τα μέρη τους κι ακόμη δεν είχαν ηρεμήσει τα χώματα· ούτε ο φόβος των ματιών.

*

Ο Γιώργος συμμετείχε στην πομπή, εν είδη επισήμου, μαζί με τους παπάδες, τα εξαπτέρυγα και τους ψάλτες της Αγίας Βαρβάρας. Οι αδελφές του ήταν πίσω, ανάμεσα στο εκκλησίασμα που ακολουθούσε.Γύριζε στις στροφές να τις κοιτάξει έτσι όπως ήταν μαζεμένες: τέσσερις αξεδιάλυτες φιγούρες στα μαύρα. Η μικρή, κάθε φορά που έπιανε το βλέμμα του, σήκωνε το χέρι να τον χαιρετήσει.

Η πομπή ενώθηκε με τα εκκλησιάσματα των άλλων συνοικιών στην προβλήτα του οικογενειακού κέντρου “Ο Βόσπορος”.

Ο Γιώργος, ντυμένος τα βαριά φανταρίστικα,πήγαινε και τον πήγαιναν. Η στολή μύριζε αφόρητα. Σκοπίμως δεν την αποχωρίστηκε, χάριν της τιμητικής άδειας που υπολόγιζε να αδράξει. Ακολουθούσε τον ευτραφή, με κατακόκκινο πρόσωπο, εκκλησιαστικό επίτροπο που τον οδήγησε στο πίσω μέρος του “Βόσπορου”, ανάμεσα από χωλά τραπέζια και σκελετούς καθισμάτων που υψώνονταν σε ετοιμόρροπους σωρούς. Ένας στενός διάδρομος έβγαζε σε ένα στέγαστρο- αποθήκη από λαμαρίνες, που στην προκειμένη περίπτωση θα χρησίμευε για να ξεντυθεί και να μείνει με το μπανιερό. Εκεί είχαν τρυπώσει και τα παιδιά των άλλων συνοικιών για τον ίδιο, επιβεβλημένο, σκοπό. Ο επίτροπος, παρόλο που είχε τελειώσει η αποστολή του, δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Παρέμενε στον συνωστισμό με χείλη υγρά και μάτια που γυάλιζαν, έτσι όπως τα περιέφερε λαίμαργα από παιδί σε παιδί.

Κάποια στιγμή ο Γιώργος ξεχώρισε τον Σταύρο. Για να αποφύγει τη συνάντηση, ακόμη και του βλέμματος, χώθηκε πίσω από κάτι σκονισμένες νταμιτζάνες. Μετά από τη διαδικασία του γδυσίματος,εμφανίζονταν ένας- ένας με πολύχρωμες πετσέτες στους ώμους, μαυροκίτρινοι από το κρύο. Χοροπηδούσαν, τρίβονταν και, προσποιούμενοι πως παλεύουν, χτυπιούνταν και αγκαλιάζονταν.

Τα παιδιά ανέβηκαν σε βάρκες στρωμένες με πολύχρωμα κιλίμια, στολισμένες με θαλασσινές γαλανόλευκες. Το ίδιο εορταστικά στολισμένα ήταν και τα άλλα πλεούμενα που περίμεναν τους πιστούς, να ανοιχτούν στα βαθιά, σχηματίζοντας κύκλο. Παρέκει ανέμενε ένα πλήθος από μεγάλα πλοία σαν ογκόλιθοι που έκρυβαν τον ορίζοντα.

Φορτωμένα όλα με λάδια,σαπούνια, αποξηραμένα δέρματα και καπνά. Στον αντικρινό μόλο μια μεγάλη μαύρη μαούνα. Δίπλα ένα καράβι με σουηδική σημαία. Κοιτάζοντας ο Γιώργος τα ψηλά κατάρτια σκέφτηκε πως θα ήταν ωραίο κόλπο να μπάρκαρε σε ένα απ’ αυτά και να το έσκαγε. Για πού; ούτε που ήξερε. Προς στιγμή, στρατόπεδο, θάλαμος και σκοπιά ξεμάκρυναν από τη σκέψη του. Η επιρροή τους επάνω του φαινόταν ξεθωριασμένη. Αν έπαιρνε και την τιμητική…

*

Το «Λ/Κ ΚΥΡΙΑΚΗ», τιγκαρισμένο με αγιορείτικη ξυλεία, ήταν έτοιμο να σαλπάρει μόλις σηκωνόταν ο σταυρός και άνοιγαν οι δρόμοι της θάλασσας. Ο Γιώργος είδε τον παππού του να ισορροπεί επάνω σε μια στοίβα από ξύλα. Ένα κύμα ζεστασιάς τον τύλιξε, που την ίδια στιγμή μετατράπηκε σε βαρύ ίσκιο και του πάτησε το στήθος.

Ξαφνικά, σαν μέσα σε όνειρο, το σύμπαν σηκώθηκε να σαλπάρει. Άκουσε τα σφυρίγματα των πλοίων, τις ομοβροντίες από την ξηρά, τις ιαχές των παρευρισκομένων. Τη στιγμή που ένα χρυσάφι σκαλιστό εκτοξευόταν από το χέρι του Μητροπολίτη και βούλιαζε στο νερό, παίρνοντας διαθλασμένα σχήματα. Ένα σμάρι από παιδιά βούτηξε στην αρυτίδωτη θάλασσα: πρώτα τα βαριά κεφάλια, με ασημένιες θαρρείς περικεφαλαίες, τα πόδια, ανοιγμένα άτσαλα, χάθηκαν τελευταία. Ο Γιώργος επιχείρησε να κάνει το σταυρό του, ενώ ήταν ήδη στον αέρα ανάστροφα. Ο επίτροπος – επιβάτης κι αυτός της ίδιας βάρκας – τον έσπρωξε βίαια από πίσω, σφυρίζοντας: .

– Όρμα, βλαμμένο,γαμώ τα καντήλια σου.

Μέσα στο άπατο νερό τα νεανικά σώματα έγιναν ένα κουβάρι που έσμιγε και άνοιγε, για να ξανασμίξει σε ένα σύμπλεγμα άγριας ορμής. Τα ευκίνητα άκρα των αγοριών καθόριζαν την πορεία των σωμάτων, επιδιώκοντας ν’ αγγίξουν την ευλογία του σταυρού. Τα ισχνά μέλη τους τινάζονταν και δίπλωναν, άγγιζαν άλλα μέλη,εισχωρώντας σε ξένες εσοχές. Χαλούσαν τον κόσμο με τους αναβρασμούς της διεκδίκησης. Οι δυνατοί πατούσαν επάνω στους ώμους και τα κεφάλια των αδυνάτων,τους βούλιαζαν να πάνε κάτω, να χαθούν και ας μην έβγαιναν ποτέ στον επάνω κόσμο.

Στην άτακτη συμπλοκή, λίγοι πρόλαβαν να δουν, κι ακόμη λιγότερη σημασία έδωσαν σε έναν μικρόσωμο ξερακιανό που εγκατέλειπε το σύμπλεγμα των σωμάτων, γιατί επάνω στην πάλη γλίστρησε και βγήκε από τα πόδια του το ξεχειλωμένο μπανιερό που φορούσε, αφήνοντάς τον τσιτσίδι. Εύκολη λεία στη χλεύη των αλανιάρηδων του σιναφιού. Πώς να γυρέψει το ρούχο του ο έρμος εκείνη την ώρα και πού να το βρει; Τα μούντζωσε όλα και βιάστηκε να κρυφτεί πίσω από ένα σύμπλεγμα από μικρά σκάφη.

Ο Γιώργος, με τα μάτια κόκκινα από το αίμα και το αλάτι, είδε τον Σταύρο να αποκολλάται από το σμάρι των παιδιών και να υψώνεται προς τα πάνω, αφήνοντας πίσω του άσπρους αφρούς και χοντρές φυσαλίδες αέρα που τον ακολουθούσαν. Τεθλασμένες ακτίνες του ήλιου φώτισαν το πολύτιμο εύρημα που κρατούσε. Του φάνηκε πως γύρισε και τον κοίταξε με θρίαμβο στα διεσταλμένα μάτια και πλατύ χαμόγελο.

Ο Γιώργος εξακολουθούσε να παλεύει με το νερό. Πρόλαβε να βγει στην επιφάνεια την ώρα που σώνονταν ο αέρας μέσα του και κόβονταν οι αντοχές του.

Ο Σταύρος είχε ήδη σηκωμένο το δεξί του χέρι έξω από το νερό, φιλώντας το εύρημα με κομμένες ανάσες και άγριες ιαχές. Ήταν σίγουρα ο νικητής της ημέρας κι, αλίμονο, ολόκληρης της χρονιάς.

Μερικοί νεαροί συνέχιζαν τη συμπλοκή και στην επιφάνεια του νερού, αναβάλλοντας την αποδοχή της ήττας τους. Όταν όλοι απόκαμαν, πέρασαν να φιλήσουν τον σταυρό που, μέσα στη γροθιά του τροπαιούχου,έλαμπε έτσι όπως στραφτάλιζαν οι αλμυρές σταγόνες στο μεσημβρινό ήλιο.

Μόνο εκείνος ο καψερός που έμεινε γυμνός κατά την συμπλοκή δεν τολμούσε να πλησιάσει για προσκύνημα. Είχε κρεμαστεί από την κουπαστή μιας βάρκας, με μόνο το κεφάλι έξω, για τον αέρα. Μέσα στον χαλασμό από ρουκέτες, κόρνες και ελευθερωμένα περιστέρια, κανένας χριστιανός δε νοιάστηκε γι ‘κείνον. Τόσο που θα μπορούσε να παραμείνει μέσα στο, αγιασμένο πλέον παγωμένο ωστόσο, νερό μέχρι την Δευτέρα Παρουσία.

Όταν ο Γιώργος σήκωσε το βλέμμα στην κορυφή της ξυλείας του «Λ/Κ ΚΥΡΙΑΚΗ», ο Ντελής ήταν άφαντος. Στη θέση του είδε την οργή και τη χλεύη του. Τον ίδιο, κατοικίδιο με λουρί.

*

Την ώρα που έσπρωχνε κυρίους σοβαρούς μέχρι επισημότητας και κυρίες με γούνες και καπελίνα, για να περάσει απέναντι, κάποια τον φώναξε από μακριά. Έσταζε νερά και κρύωνε. Ντρεπόταν και συνάμα έβραζε από θυμό και μίσος. Μισούσε τους πάντες και τα πάντα. Δεν κοντοστάθηκε καν να δει ποια ήταν εκείνη που τον φώναξε. Γνωστή φωνή, της μικρής μας θα είναι,συμπέρανε, και χώθηκε στη σαβούρα του στέγαστρου. Εκεί να γλύψει τις πληγές της ντροπής του.

Οι σερβιτόροι και οι παρατρεχάμενοι του“Βόσπορου”, ατσαλάκωτοι ακόμη, έτρεχαν μέσα έξω φορτωμένοι με δίσκους, δίνοντας ανεκτέλεστες προσταγές όλοι προς όλους. Μέσα γινόταν μεγάλη φασαρία: γέλια και θόρυβος από μαχαίρια και πιρούνια, από φελλούς που εκτοξεύονταν, από άλλες διαταγές, Ήταν φανερό πως στο εσωτερικό δεξιώνονταν ρασοφόροι, γαλονάδες και άρχοντες της πόλης.

– Δεν πάνε στο διάβολο, τους διαολόστειλε.Για τον τοίχο είναι όλοι τους.

Νόμισε πως θα πνιγόταν και πάλι, από άλλου είδους ασφυξία, έτσι όπως χόρευε άτσαλα το καρύδι στο λαιμό του. Αισθάνθηκε το μίσος που φώλιαζε, χρόνια τώρα, στο στήθος να απλώνεται σε όλο του το σώμα.

Στην αποθήκη που μπήκε δεν ήταν κανείς.Ανάσανε με ανακούφιση και τρύπωσε πίσω από ψάθινα κοφίνια. Άρχισε να ντύνεται με φούρια, όταν είδε να μπαίνει ο Σταύρος! Άνετος, επηρμένος και όπως πάντα σκοτεινός. Δίπλωσε απότομα το σώμα, σαν πτυσσόμενο έλασμα. Είπε, ας σταματήσει η καρδιά μου, και έγινε.Παράτησε κάθε κίνηση στη μέση, με αποτέλεσμα να μείνει το αριστερό μπατζάκι του παντελονιού του απλωμένο στο πατημένο χώμα, άδειο. Ούτε να σηκωθεί ήταν, ούτε να γονατίσει. Κοκάλωσε διπλωμένος, κρατώντας ακόμη και την ανάσα του. Περίμενε,δίχως να ξέρει τι. Ούτε μπρος τον οδηγούσε η βεβιασμένη απόφαση, ούτε πίσω.

Ο Σταύρος του έριχνε τρία χρόνια και,σχεδόν, δέκα πόντους στο μπόι.

Ο νικητής της ημέρας επέλεξε ένα άνοιγμα,πέταξε από πάνω του το βρεγμένο ρούχο και στάθηκε όρθιος με τα πόδια ανοιχτά.Άρχισε να σκουπίζεται παντού, χωρίς βιάση, επιμένοντας επιδεικτικά σε ένα σημείο.

*

Ανοιχτοί λογαριασμοί που ακόμη αιμορραγούσαν, χώριζαν τις δύο οικογένειες των παλικαριών. Παλιές ιστορίες που αφορούσαν καταδόσεις, επιτάξεις σπιτιών, ξυλοδαρμούς και φυλακίσεις δεν είχαν βρει την αντιπληρωμή τους. Ο πατέρας του Σταύρου ήταν βουλγαρογραμμένος. Μεταξύ των “πατριωτικών” του καθηκόντων είχε συμπεριλάβει και τον αφανισμό του πατέρα του Γιώργου. Τον έστειλε, με άλλους τρεις, στο απόσπασμα της Δράμας. Η μάνα του δεν άντεξε και έφυγε την επόμενη χρονιά.

Από τότε οι κατάρες όλων των θηλυκών του σπιτιού έπεφταν ασταμάτητα, όχι μόνο στο κεφάλι του γυρισμένου προδότη αλλά και στα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του.Μη εξαιρουμένου και του Σταύρου.

*

Αυτόν τον Σταύρο, γιο του δωσίλογου, νικητή σήμερα των νερών, κοίταζε ο Γιώργος με μάτια ξαναμμένα και ακούνητα. Αισθανόταν την καρδιά του να τινάζεται, τα κάτω άκρα του να λιώνουν σαν εγκλωβισμένα σε πυρακτωμένη πανοπλία. Το μίσος εγερτήριο για όλο το τρελό του αίμα.

Εκείνος παρέμενε στη μέση της αποθήκης,φαινομενικά ανυποψίαστος για την παρουσία του Γιώργου. Αφού τελείωσε την ιεροτελεστία της ένδυσης, μάγκωσε τη ζώνη σφιχτά και τράβηξε ψηλά τον καβάλο. Προς μεγάλη ανακούφιση του Γιώργου, έστριψε να φύγει. Κάνοντας δύο βήματα προς την έξοδο,κοντοστάθηκε μετανιωμένος. Γύρισε το κεφάλι και, σαν να ήταν η συνέχεια μιας φιλικής κουβέντας που είχε με τον Γιώργο, του είπε:

– Ρε τσόγλανε, σε καλώ στο γλέντι μου το βράδυ. Θα είναι εκεί όλα τα καλά παιδιά. Θα ‘ρθείς, έτσι; μαλακισμένο.

– Ναι, βιάστηκε να βγάλει μια στριγκά φωνή ο κρυμμένος.

Σηκώθηκε όρθιος με φανερή προσπάθεια αφού,εκτός του ότι αισθανόταν πως τον είχαν πιάσει στα πράσα, είχε μυρμηγκιάσει το διπλωμένο τόση ώρα πόδι και ολόκληρη η ραχοκοκαλιά του στο κάθισμα της κότας.

– ΟΚ, έδεσε την υπόσχεση ο Σταύρος. Μήπως εμείς θα ξοδευτούμε; κάγχασε. Τα πάντα θα πληρωθούν από το δίσκο. Κερνάω όποιον γουστάρω.

Γέλασε προκλητικά. Σήκωσε το δεξί χέρι σε στρατιωτικό, δήθεν, χαιρετισμό και βγήκε έξω στητός. Ο Γιώργος ανάσανε. Μισή ώρα του χρειάστηκε για να χαλαρώσει, να σταματήσει να βογκάει σαν ετοιμοθάνατη ζέβρα.

Μισούσε θανάσιμα τον Σταύρο. Τον ζήλευε και τον μισούσε, μη τολμώντας να προσδιορίσει την ακριβή πηγή του μίσους του.

*

Αργά, το ίδιο βράδυ, τα στρώματα της ομίχλης που θα κατέβαιναν στην πόλη, δεν θα επέτρεπαν σε κανέναν που θα περνούσε από το κακόφημο ρέμα του Αγίου Γεωργίου – με τις παράγκες των κάθε λογής ξεφαντωμάτων και τους τεκέδες με τις αναθυμιάσεις– δεν θα επέτρεπαν να διακρίνει τη σκοτεινή σκιά του φαντάρου. Που, διπλωμένος στα δύο από τις προφυλάξεις και το ψύχος παρακολουθεί, με υπομονή αράχνης, τα κεράσματα, τα όργανα και τους χορούς των γλεντοκόπων. Όλα τα καλά παιδιά είναι εκεί, πίσω από τα θαμπά τζάμια. Έχουν βγαλμένα τα μπουφάν, τα πουκάμισά τους είναι ξεκούμπωτα. Σηκώνουν ψηλά τα ποτήρια και πίνουν στην υγειά του νικητή. Οι καύτρες των τσιγάρων τους σχηματίζουν κύκλους. Χορεύουν ζεϊμπέκικα,καρσιλαμάδες και απτάλικα, κάνοντας να τρίζουν τα σαθρά υλικά του κωλομάγαζου.Ο Σταύρος, καθισμένος στο κέντρο του Μυστικού Δείπνου, κατεβάζει τα ποτήρια το ένα πίσω από το άλλο, δίνοντας διαταγές. Κάποια στιγμή δίνει παραγγελιά και σηκώνεται να χορέψει. Τα τσογλάνια πέφτουν στα γόνατα και τον κυκλώνουν. Δυο τρεις φορές ανοίγει η πόρτα, νεαροί μπαίνουν και βγαίνουν. Ένας ξερνάει, άλλοι τραβιούνται πίσω προς νερού τους, Ο νέος με τα στρατιωτικά συνεχίζει να σέρνεται στα θεμέλια των ντουβαριών. Παρά το ψύχος νοιώθει να λιώνουν τα νύχια στις παλάμες του. Η παραζάλη από μέσα δεν αφήνει κανέναν να αντιληφθεί την παρουσία του. Περισσότερο να ακούσει τον ξερό ήχο που κάνουν οι αλλεπάλληλες προσπάθειες να ανάψει ένα έστω σπίρτο. Το πετρέλαιο από το μπιτόνι έχει αδειάσει από ώρα στις ρίζες του πισσόχαρτου.

*

Και την άλλη μέρα, την ώρα που άντρες με στολές αμιάντου θα τραβούν τα απανθρακωμένα κορμιά των αγοριών από τους σωρούς των μαυρισμένων δοκαριών και των λιωμένων πισσόχαρτων του τεκέ, καμιά σκιά στα θολωμένα μάτια του φαντάρου δεν μπορούν να διαβάσουν οι επιβάτες του υπεραστικού λεωφορείου, έτσι όπως τον παρατηρούν τυλιγμένο στη βαριά χλαίνη να ταξιδεύει την ανηφόρα του Νευροκοπίου.

Εκεί όπου οι χαμηλές θερμοκρασίες συντηρούν αναλλοίωτα τα συναισθήματα.

 

Δημοσιεύσεις:

– περιοδικό  ΩΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, τχ. 3, Ιανουάριος 1995, Καβάλα

– πειοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 33 σελ .Χειμώνας 1996 Θεσσαλονίκη

– εκδ.ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 6,  Απρίλιος 2003, Αθήνα

 

.Ο Διαμαντής Αξιώτης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1942, όπου και ζει. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων, ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας και τέσσερα μυθιστορήματα: Το ελάχιστον της ζωής του, 1999, Πλωτές γυναίκες, 2002, Μοιρασμένα χιλιόμετρα, 2004, λάθος λύκο, 2010.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »

 

Leave a Reply