106 views 0 comments

Τα ποιήματα της Κυριακής

by on January 29, 2017
 

Επιμέλεια ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ

Στα ποιήματα της Κυριακής ο Γιάννης Κοντός (από την ποιητική συλλογή «Ο αθλητής του τίποτα, Εκδόσεις Κέδρος, 1997)
Υποδοχή: Η συλλογή του Γιάννη Κοντού «Ο αθλητής του τίποτα» κυκλοφόρησε το έτος 1997. Το έτος 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, αλλά δυστυχώς έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Ο ποιητής δήλωνε φανατικός θαυμαστής του Σάμιουελ Μπέκετ αλλά και του γλύπτη Τζιακομέτι, ενώ θεωρούσε ποιητικούς προγόνους του τον Σαχτούρη και τον Καρυωτάκη. Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος έγραψε για την ποίηση του Γιάννη Κοντού ότι «..τα ποιήματα του Κοντού θα μπορούσαν να διακριθούν σε θεματικά , σε ποιήματα δηλαδή στα οποία η ποιητική συγκίνηση διοχετεύεται μέσα από τους διαύλους ενός συγκεκριμένου θέματος, και σε ποιήματα διάθεσης ή ατμόσφαιρας, που η θερμοκρασία της παράγεται κυρίως από την τριβή εικόνων φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους. Και στις δύο περιπτώσεις η διατύπωση του Κοντού διακρίνεται συχνά από μία ασυνήθιστη οπτική ενάργεια η οποία αποτελεί την κύρια αρετή της ποίησής του, ενώ ο Νάσος Βαγενάς έχει γράψει ότι «..η εικονογραφία του φτάνει σε τέτοιο βαθμό καθαρότητας, σε μια διαύγεια σχεδόν ονειρική».
Η καθημερινότητα μέσα από την ποίηση του Γιάννη Κοντού, εκτείνεται σε διαστάσεις απρόβλεπτες, αποκαθαίρεται για να γίνει υποφερτή, είναι ο τόπος για να αγναντεύουμε την ομορφιά «..όπως τη θάλασσα.». Είναι ο χρόνος ο άτακτος που μας καλεί στον αγώνα να κερδίσουμε «…ένα πόντο θάνατο και απεριόριστη αθανασία». Μία ήπια ποίηση (ποίηση δωματίου τη χαρακτηρίζει ο Χάρης Ψαρράς), που ωστόσο η νεωτερική δομή της, ο ρυθμός του ελεύθερου στίχου, η εικονοκλαστική αποτύπωση ακόμη και του απείρου («..το τέρμα σφίγγεται βίδα/στο άπειρο ή στην κάθε μέρα..»), αναπτύσσει μία πολύτροπη δυναμική, μετατοπίζοντας συνεχώς τα όρια, ανακαινίζοντας το χώρο με γεύσεις, μυρωδιές, μελωδίες και χρώματα, θραύσματα όλα μιας ύπαρξης που σημειώνει ανεξίτηλα το παρόν της.

Μουσική διάθεση: Wim Mertens – And Growth Can Be Heard (Skopos)

Τά φροῦτα καί ὁ ἄνθρωπος

Νερά στά πλακάκια
καί τό καλοκαίρι καραδοκεῖ
πίσω ἀπό τίς πόρτες.
Στάζει τό σῶμα σου
σκόνες ἡλιαχτίδες καυτές
καί ἀρχαῖες. Σκιές, φωνές-
μέσα ἀπό κήπους-πολλά πετούμενα.
Ἡ γῆ στρογγυλεύει περισσότερο,
ὁ οὐρανός καθαρός, τά σύννεφα,
δεμένα στά βουνά, ἀτενίζουν
μέ λύπη τίς πόλεις.
Στούς ἀγρούς, τό χῶμα σφίγγει.
Τα φύλλα ἀδυνατίζουν. Το φεγγάρι
κάνει χαμηλές πτήσεις. Μιά ξέρα
ἁπλώνεται πρός στιγμήν. Κάποιος
θέλει νά τραγουδήσει. Τότε ὁ ἄνθρωπος
σηκώνει τά χέρια καί κόβει. Τό χέρι
θυμᾶται τούς προγόνους του. Τό φροῦτο,
τό χάδι, τό χνούδι, τό φιλί, ὁ ἥλιος
ἡ ζωντανή φύση τῆς ζωγραφικῆς.

 

Καλοκαιράκι

Ὁ σκόρος ἔρχεται πάλι.
Τρώει τό τραγούδι, τίς ἐπαναλήψεις,
τίς ἐξουσίες, τά φιλιά: ὅλα
τά κάνει σκόνη. Μοιάζει μέ τό χρόνο.
Ὁ δεύτερος εἶναι ὕπουλος, εἶναι στάσιμο νερό.
Μπαίνει στό αἷμα καί τό σκουραίνει.
Ὁ ἥλιος τρυπάει τίς ντουλάπες, τά μπαοῦλα
καί τρυπώνει ὁ σκόρος. Κάνει αὐλάκια
στό μυαλό, στίς κουβέρτες πού σέ τυλίγανε
τό χειμώνα. Ὁ χειμώνας εἶναι στήν ἀποθήκη
καί περιμένει. Ὅλα περιμένουν, νά ρουφήξει
ἡ γῆ τούς χυμούς τῶν δέντρων,
νά κοιμηθοῦν τά δέντρα,
νά ξυπνήσουμε ἐμεῖς.
Γιά τήν ὥρα, κυνηγᾶμε ζωύφια καί ἰδέες.
Τόν ἴσκιο μας δέν τόν κυνηγᾶμε,
γιατί ἔγινε πλῆθος καί μᾶς παρακολουθεῖ.

Κάθομαι στό βουνό τῆς σκόνης
καί σέ ἀγναντεύω ὅπως τή θάλασσα.

received_1808513322732560

ζωγραφιά : Γιάννης Μιχαηλίδης, Μεταλλική Νεκρή Φύση

 

Ὁ ἀθλητής τοῦ τίποτα

Tρέχει. Τρέχει μέ ἀντίθετο ἄνεμο.
Περνᾱ βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες
καί δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οἰκογένειες.
Λίγες ὀμορφιές ὅταν σταματάει νά πιεῖ νερό.
Τίς βλέπει γιά λίγο, τίς πιάνει, ξεχνιέται.
Καί πάλι τό κυνηγητό, ἡ κομμένη ἀνάσα,
οἱ ἀποσπασματικές εἰκόνες, τραῖνα πού περνᾶν
μέ χαρούμενους ἀνθρώπους. Καί ἀυτός
σάν κυνηγημένος νά προσπαθεῖ ταυτόχρονα
καί ἄλλα ἀθλήματα. Νά ἔρχεται τελευταῖος
μέ τήν ψυχή στό στόμα, νά μήν τόν βλέπει
κανείς, γιατί οἱ θεατές ἔχουν ἤδη διαλυθεῖ.
Μέ βροχές, μέ χιόνια, μέ ἥλιους, τό σῶμα
ἀντέχει, τό μυαλό πετάει. Ἄλλοτε ξεχνάει –
ἄλλοτε θυμᾶται. Σέ μιά στάση γιά νά δεῖ
τό φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: τό βιολέ
ἀπόβραδο, τά χάδια καί τίς ὑποσχέσεις.
Καί τρέχει, τρέχει, ἐνῶ οἱ ἄλλοι συναθλητές του
ἔχουν τερματίσει καί σάρωσαν βραβεῖα
καί ιαχές. Αὐτός μόνος τόν κύκλο
τοῦ χρόνου τρέχει. Χρόνος σέ εὐθεία
ἤ τεθλασμένη ἤ σπείρα. Δεν κοιτάζει
πίσω τό ποίημα, γιατί τόν ἀκολουθοῦν μύγες, ἀκρίδες
καί μολυσμένος ἀέρας τοῦ πολιτισμοῦ.

Περνώντας βλέπει δέντρα καί οὐρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελᾶ καί λέει
νά δραπετεύσει, νά πετάξει.
Ἀλλά δέν γίνεται, εἶναι προγραμματισμένος
γι’ αὐτόν τό ρόλο. Τό ρόλο τοῦ δρομέα
μέ τό ἄγνωστο τέρμα.
Νύχτα καί μέρα ἀναβοσβήνουν.
Τά μάτια του συνήθισαν σ’ αὐτό τό
λυκόφως. Ἥρωας τοῦ Σάμουελ Μπέκετ
δέν τό φαντάστηκε ποτέ ὅτι θά γίνει.
Τώρα πλησιάζει σέ ἔνα σκοτάδι
πού αὐτός τό βλέπει ἄπλετο φῶς.
Φουσκωμένα τά μάγουλα ἀπό τήν προσπάθεια,
εἶναι σάν νά φουσκώνει τά πανιά τῆς
Ἀργοναυτικῆς Ἐκστρατείας. Πάει καί πάει.
Τό πέλμα θυμᾶται τό πρίν καί τό
μετά ἀμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες καί πεῖσμα τοῦ ἔρωτος.
Τό τέρμα σφίγγεται βίδα
στό ἄπειρο ἤ στήν κάθε μέρα.
Ἕνας διασκελισμός καί χάνεται
στήν ἀβεβαιότητα τοῦ τέλους.

Βιογραφικό

received_1808513282732564
Γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943 και πέθανε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015. Σπούδασε Οικονομικά και αρχικά εργάσθηκε ως ασφαλιστής, ενώ στη συνέχεια (από το 1971 έως το 1976) διατηρούσε βιβλιοπωλείο από κοινού με τον Θανάση Νιάρχο. Δημιούργησε την πρώτη του ποιητική συλλογή στα 1965 και συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο το 1970. Το 1973 κέρδισε χορηγία του Ιδρύματος Φορντ. Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης ραδιοφώνου καθώς και των εκδόσεων “Κέδρος”. Είχε κατά διαστήματα συνεργαστεί με περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού καθώς και με την εφημερίδα “Το Βήμα της Κυριακής”. Είχε γράψει κείμενα για σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους. Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε μια επιλογή ποιημάτων του με τίτλο “Όταν πάνω από την πόλη ακούγεται ένα τύμπανο”, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, εικονογραφημένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά. Το ενδέκατο βιβλίο του, “Πρόκες στα σύννεφα” είναι μια ανθολόγηση όλων των ποιητικών του βιβλίων, που έκανε ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης και την συμπλήρωσε με 20 χαρακτικά. Το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή “Ο αθλητής του τίποτα”. Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Έργα του (μεταξύ των οποίων και παιδικά διηγήματα) έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Το 1980 ο συνθέτης Νίκος Καλλίτσης κυκλοφόρησε το δίσκο «Απόπειρα»[2] με μελοποιημένα ποιήματά του και ερμηνεύτρια την Αφροδίτη Μάνου. Συνεργάσθηκε με Έλληνες ζωγράφους, όπως τον Δημήτρη Μυταρά, τον Αλέκο φασιανό, τον Φαίδωνα Πατρικαλάκη κ.α. που του εικονογράφησαν εξώφυλλα ποιητικών του συλλογών καθώς και τα παιδικά του βιβλία. Δίδαξε επίσης, θεατρική τέχνη.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »

 

Leave a Reply