128 views 0 comments

Ερωτηματολόγιο ορίων

by on February 5, 2017
 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗ

 

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

LadyCortisol

Εκδ. Πατάκης, σελ 126

 

«Συνηθίζετε να κρατάτε ημερολόγιο; Σας αρέσει να αποτυπώνεται τις μέρες και τις νύχτες σας;». Η γυναίκα αφού θέτει εσωτερικά μία εκδοχή της απάντησης,στο τέλος λέει«..καταγράφω τα πάντα, ακόμα και τον αέρα που αναπνέω …με  λέξεις που νιώθουν στο πετσί τους ότι πραγματικότητα είναι αυτό που τις αποκόπτει από το πραγματικό».

Ακριβώς αυτή τη διάσταση μεταξύ γραφής, γλώσσας και πραγματικότητας, επεσήμανε ο  Ρολάν Μπάρτ. «Η γραφή», λέει «είναι πάντα ριζωμένη σ’ένα επέκεινα της γλώσσας, αναπτύσσεται σαν φύτρο και όχι σαν γραμμή, είναι μία αντιεπικοινωνία,  εκφοβίζει».Αντίθετα η γλώσσα δεν είναι τόσο ένας τροφοδότης υλικού για τον συγγραφέα, όσο ένας ορίζοντας,  ένα όριο πέραν του οποίου δεν μπορεί να εκταθεί.  Η γλώσσα και το ύφος απορρέουν από το άβατο της σκέψης του συγγραφέα. Είναι η ανάγκη του για μοναξιά, είναι το τελετουργικό μύησης σ’ αυτή τη μοναξιά.

«Η γραφή»,  σημειώνει , «είναι μία λειτουργία, είναι ο συσχετισμός της δημιουργίας με την κοινωνία…».

 

Έχοντας υπόψη αυτή ακριβώς τη λειτουργία της γραφής, προσερχόμαστε στην ανάγνωση  της τελευταίας νουβέλας του Μισέλ Φάις με τον τίτλο «LadyCortisol».

Ποια όμως είναι η Κυρία Κορτιζόλη;  Ο Φάις τιτλοφορεί το βιβλίο του αντλώντας από την επιστήμη της βιοχημείας, την ορμόνη την οποία ο οργανισμός μας εκκρίνει σε καταστάσεις φόβου, άγχους, πανικού ή κατάθλιψης. Η κορτιζόλη θεωρείται η κατεξοχήν ορμόνη του στρες. Η δε ετυμολογία της  λέξης «ορμόνη» συναντάται στο ρήμα ορμώ και στη μετοχή του ενεστώτα.

Άρα έχουμε να κάνουμε με μία ουσία ώθησης, κίνησης, διέγερσης, με την κατ’ εξοχήν ουσία της αγωνίας, της ταραχής. Ακόμη παραπέρα,  της κατ’ εξοχήν ουσίας του φόβου για την αποκάλυψη των μύχιων και μυστικών συνδέσμων της ύπαρξης.

Εδώ λοιπόν διακρίνεται η υφολογική ταυτότητα του συγγραφέα. Χρησιμοποιώντας για τίτλο μία ορμόνη και μάλιστα αυτή του στρες, και έχοντας οι υποψιασμένοι αναγνώστες την εμπειρία της ανάγνωσης είτε της νουβέλας του 2001 «AegypiousMonachus», είτε του πρισματικού μυθιστορήματος του έτους 2015 «Από το πουθενά» ακόμα ακόμα και του  θεατρογενούς πεζοπορικού αφηγήματος  του 2014 «Το παγκάκι του κανένα», δεν θα παραξενευτούμε στο άγγιγμα και στην εξερεύνηση αυτής της ταυτότητας.

Ο  αναγνώστης παρακολουθεί ένα συνεχές παιχνίδι ερωταπαντήσεων μεταξύ φαινομενικά, μιας γυναίκας (αποκρινόμενης) και ενός άντρα (ερωτώντος). Η αφήγηση είναι απογυμνωμένη από οποιαδήποτε σκηνική, χρονική ή τοπική αναφορά. Τα πρόσωπα έχουν μόνο τη διάσταση του λόγου και τους τρόπους της εκφοράς του. Καμία περιγραφή δεν μας εισάγει σε μία παράσταση εικόνας αυτών. Και αυτή είναι μία ιδιαίτερη τεχνική του συγγραφέα. Στο πρόσωπο που ερωτά καιστο πρόσωπο που απαντά μπορούμε να  προσδώσουμε την δική μας εικόνα. Τη δική μας ταυτότητα. Εδώ φαίνεται η κοινότητα της γλώσσας.Χωρίς περιγραφές τα πρόσωπα, χωρίς  χρώματα, χωρίς  επάγγελμα,  κινήσεις ή   συνήθειες, χωρίς συμβατικό όνομα, με μόνο χαρακτηριστικό τον λόγο, δημιουργούν ένα περιβάλλον οικείο, μία συμφωνία βλεμμάτων, μία δυνατότητα συμμετοχής.

Μια γυναίκα λοιπόν μόνη χωρίς κάποιον προσδιορισμό.Με όνομα –κωδικό, LadyCortisolή Corti, σε μία περίεργη και αινιγματική κατάσταση. Σ’ ένα γκρι στούντιο. Η κατασκευή του κατά τα φαινόμενα διαλόγου με τις ερωταποκρίσεις, οι συνεχείς αυτοαναιρέσεις και οι εκδοχές των απαντήσεων σε ιδιότυπες αυτόνομες ιστορίες, δημιουργούν ένα κλίμα έντασης και άγχους.

Διαφαίνεται μία προσπάθεια να συγκερασθούν ή ακόμη και να προβλεφθούν περισσότερες δυνατότητες απάντησης άρα και στάσης απέναντι στα θέματα της ύπαρξης. Πολλές φορές υπονομεύεται η ερώτηση, άλλοτε η αντίδραση είναι ακαριαία και σταθερή. Καλλιεργείται ένας απόηχος μυστηρίου. Μία εσωτερικότητα. Μία ομιλούσα σιωπή.  Ο ρόλος του άνδρα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Δεν δίνεται από την αφήγηση κάποιο στοιχείο. Μπορεί να είναι  σύζυγος, μπορεί και  εραστής. Οι ερωτήσεις ταιριάζουν και σε κάποιον ψυχαναλυτή ή ακόμη και συγγραφέα. Γίνεται λόγος ακόμη και για ανακριτική μέθοδο, που δεν αποκλείεικάποια σχέση εξάρτησης ή  κυριαρχίας και υποταγής μεταξύ των δύο προσώπων.  Ο  συγγραφέας όμως  σε σημεία του κειμένου θολώνει την ταυτότητα. Χρησιμοποιώντας την χροιά της φωνής, τον χαρακτηρίζει ως σημερααυριοχθές,καλύπτοντας όλο το φάσμα συμβατικού χρόνου και τελικά σαν μία οντότητα πέραν του χρόνου.  Ή όπως αλλού λέει «..αδιαπέραστος, μπετόν και αέρας ταυτόχρονα…»

Γενικά οι ταυτότητες  των προσώπωνείναι ανοιχτές σε ερμηνευτικές εκδοχές. Άλλη μία τεχνική της αφήγησης που αφήνει στον αναγνώστη την ελευθερία να συγκροτήσει αυτός τα στοιχεία της ταυτότητας σύμφωνα με τη δική του πρόσληψη. Αλλά και μία εμφανής προσπάθεια του συγγραφέα να μας κοινοποιήσει τη δική του υφολογική ταυτότητα, να μας κάνει κοινωνούς στο χτίσιμο της αφήγησης που συντελείται από τις εκδοχές των απαντήσεων , από την αντιστροφή του διπόλου,  άντρα- ερωτώντα/ γυναίκας –αποκρινόμενης και στη δυνατότητα ταύτισης, αφού όπως λέει «Συχνά έχεις την αίσθηση, το πιστεύεις, πως το μόνο που δεν κάνει είναι να ρωτάει. Όπως και εσύ άλλωστε. Αυτά που λες, όχι και τόσο σπάνια, μόνο απαντήσεις στις ερωτήσεις του δεν είναι».Όλος αυτός ο ρέων λόγος, μοιάζει κάποιες στιγμές να προέρχεται από το ένα και αυτό υποκείμενο που απλά αναπαράγει και προβάλλει ρόλους προκειμένου να αναλύσει και αναλυθεί. Προκειμένου η γλώσσα να εκταθεί διασκευαζόμενη και η γραφή να γίνει μία μόνιμη  κατάσταση συνείδησης όπου το εγώ  αφυπνιζόμενο να κολυμπάει κατά μήκος αυτής της έκτασης, δηλώνοντας ότι αξίζει ένα άλλο ένα καινούριο νόημα.

Και αν το ένα μέρος του διπόλου, ο άντρας, χαρακτηρίστηκε ως σημερααυριοχθές, η γυναίκα με την κωδική ονομασία LadyCortisol, δεν φείδεται ρόλων και ταυτοτήτων.Μαινόμενη ηρωίδα του Τσέχοφ ως η Μάσα με τον μπαλτά, Θρασόμυγα, Συνδεδεμένη 7591 κλπ. Είναι η αποκρινόμενη και αφηγήτρια, το ένα μέρος του φαινόμενου διαλόγου αλλά και  η πρωταγωνίστρια του μονόπρακτου εσωτερικού της λόγου.

Προσέχουμε το μορφοτυπικό συνεχές των απαντήσεων. Μερικές φορές η απάντηση επισκοπείται κατά τη διάρκεια ενός εσωτερικού μονολόγου, όπου παρελαύνουν διάφορες εκδοχές της, οι οποίες αναιρούνται όταν η τελική απάντηση βγαίνει στο φως ρητά. Άλλοτε πάλι, η ηρωίδα, προβαίνει σε μικρές διηγήσεις ως είδη απαντήσεων, περιμένοντας να τεθεί η ερώτηση, ενώ άλλοτε τίθεται η ερώτηση και η απάντηση σκαλίζει απλώς σκέψεις και βαθαίνει την αφήγηση. Υπάρχει και η σιωπή η οποία για την ladyαποτελεί μία απάντηση, ξεχωρίζοντας μάλιστα και τα είδη της σιωπής. Άλλωστε η ίδια λέει «Αφού το ξέρεις. Το ξέρεις καλά. Απαντάς, δεν απαντάς ένα και το αυτό», ή «να μην υπάρξει αναπάντητη ερώτηση. Απαντάς. Δεν θα υπάρξει. Ποτέ. Απαντάς. Να στερέψει από ερωτήσεις. Να του βουλώσεις το στόμα με απαντήσεις»ή πιο κάτω «δεν υπάρχουν πλέον ερωτήσεις που δεν έχουν τεθεί και απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί».

Οι κειμενικέςμορφές των αποκρίσεων, οι αυτοαναιρέσεις που ακολουθούν, οι διηγηματικές ανακοινώσεις τελικά υπερβαίνουν αυτή την ίδια την ερώτηση. Υπερβαίνεται και το υποκείμενο που ρωτά. Υπερβαίνεται η γλώσσα η κοινή της ερώτησης και της απάντησης για να φτάσουμε σ’ ένα άλλο τοπίο όπου τα πράγματα θα έχουν μία άλλη σημασία. Όπως χαρακτηριστικά γράφει «Να λες σκυλί και να εννοείς διψάω. Να λες αυτό είναι ανυπόφορο και να εννοείς αυτό είναι το νησί μου, να λες θα σ’ αγαπώ για πάντα και να εννοείς νεκρός για μια μέρα».Η LadyCortisol μηχανεύεται και αποδομεί  τα όρια που τίθενται με την ερώτηση. Φτάνει στην άκρη του ορίζοντα της γλώσσας κατά τα γραφόμενα τουΜπάρτ και θεάται από εκεί πεποιθήσεις και διαθέσεις, δεσμούς και σχέσεις, πάθη και σιωπή.  Ακόμη και αυτή όμως στο δυστοπικό Γκρι Στούντιο (καφκικής προέλευσης)  των κυκλοφορούντων ερωταπαντήσεωνδεν ανήκει στην ηρωίδα, είναι μία σιωπή λήθης, μία σιωπή αντίδρασης στις ερωτήσεις, μία σιωπή αποξένωσης αφού ομολογείται ότι «είστε αυτό που δεν σας ανήκει».

Η εναλλαγή των αντωνυμιών από το «εγώ» όταν απαντά στις ερωτήσεις, στο «εσύ» όταν μιλά στον εαυτό της και στο «αυτός» όταν υπονομεύει τις ερωτήσεις του ερωτώντος, αναδεικνύουν τις θεματικές πτυχώσεις ενός κατακερματισμένου εαυτού, που ψάχνει την συνέχειά του. Διατυπώνει τη διαγραφή  της αρχετυπικής δυάδας όταν αρχίζει να αναρωτιέται για την ταυτότητα του ερωτώντος. Ομολογεί ότι «οι ερωτήσεις που θέτουμε προς τον άλλο συνήθως είναι ερωτήσεις εις εαυτόν». Και αλλού «Κωλώνω να ρωτήσω τον εαυτό μου και ρωτάω εσένα».  «Απάντηση δι’ αντιπροσώπου. Παίρνω το χέρι σου και το βουτάω εκεί που φοβάμαι να βουτήξω το δικό μου».

Με αυτή τη μέθοδο καταγράφονται  στο κείμενο απόψεις,  συμπεριφορές, βιώματα, αναμνήσεις, αισθήματα, φοβίες, αλλά και σιωπές, μαρασμοί, απώλειες και στερήσεις, σχέσεις προγονικές,  εκδοχές της σεξουαλικότητας, της ταυτότητας του φύλου, ερωτικές διηγήσεις, στηλιτεύονται κοινωνικές δομές, θέματα πίστης.

Η απουσία περαιτέρω πλοκής  κάνει τον κατ’ επίφαση διάλογο να διαβάζεται ως μονόλογος. Μία εσωτερική ροή σκέψεων και αναζητήσεων. Η έλλειψη λοιπών αφηγηματικών μερών, συνθέτει τη φωνητική εκτέλεση σχεδόν της γραφής που αποδίδει ακόμη πιο έντονα τον καταιγιστικό ρυθμό του κειμένου.

Αν και δεν υπάρχει ρητά προσδιορίσιμος χρόνος με την έννοια του καθ’ ημάς ημερολογίου, είναι αισθητός ένας άλλος χρόνος με τη μορφή γεγονότων ή συμβάντων, πιο  περιγραφικός, πιο βιογραφικός, οικειώνοντας τους αναγνώστες στο περιβάλλον της αφήγησης.

Τον  μακροσκελή και σχοινοτενή λόγο των απαντήσεων, με τον οποίο χτίζεται η αφήγηση, τον έχω εκλάβει ως μία ατέρμονη ενδοσκόπηση. Με μνήμες από  θειάφι, με διαπιστώσεις γεγονότων που ορίζουν και ξαναορίζουν τη ζωή μας, με την αμφισημία μπροστά στην εξέλιξη της πορείας ενός ανθρώπου, με τις ενδεχόμενες ή δυνατές στάσεις του να έχουν χαθεί κάτω από τη ροή της πραγματικότητας, καθώς η πεζοπορία στους δρόμους της ζωής συνθλίβει τις πιθανότητες,  φτάνοντας την ύπαρξη στην αγανάκτηση, στην απορία και στη επικράτεια της αβεβαιότητας.  «Μ’ αυτόν είσαι βέβαιη πως δεν είσαι ποτέ βέβαιη» λέει η LadyCortisol, όταν πια φτάνει στο σημείο να αναρωτιέται η ίδια.

 

MISEL

Ο συγγραφέας ανασυντάσσει τη στρατιά της μύχιας γλώσσας  της ζωής του προσώπου/υποκειμένου.  Σε κάθε όριο υπάρχει το ανείπωτο ή ακόμη και το ανείδωτο στοιχείο, εκεί που τέμνονται τα φανερά με τα αφανέρωτα, τα αιτιολογημένα με τα ανεξήγητα, τα σαρκώδη με τα ιδεατά. Όπως λέει, «ανάμεσα στην τερατώδη σαφήνεια και στην τερατώδη ασάφεια κύλησε η ζωή μου, μικροσκοπικές σαφηνοασάφειες».  Σ’ αυτά τα όρια κυλά ένας χρόνος απροσδιόριστος. Διαφεύγων. Ένας χρόνος που δεν νοτίζεται από τον αέρα της καθημερινότητας, δεν γίνεται αισθητός με τις δεδομένες αντιλήψεις. Μένει όμως κάπου σαν σκόνη και κουβαλά όλα εκείνα  τα οποία δεν κάναμε, δεν τολμήσαμε να κάνουμε, δεν μας επιτράπηκε να πούμε. Λέει  κάπου η ηρωίδα «Αυτό θα πεις αν και μέσα σου σε τρώει μια υποσημείωση, ένας αστερίσκος, ένας υπομνηματισμός τους υπομνηματισμού. Εξάλλου αυτά τα απειροελάχιστα, τα τριχοειδή, δεν σου κατέστρεφαν μια ζωή τη ζωή; Αυτά που δεν φαίνονται. Κι όσο λιγότερο φαίνονται, τόσο περισσότερο καθορίζουν, δηλητηριάζουν, διαβρώνουν αυτά που φαίνονται, αυτά που προεξέχουν, αυτά που παραφαίνονται».

Και αλλού,  απευθυνόμενη στον εαυτό της:«Μάλλον σου ζητάει να προεκτείνεις τη σιωπή του με τη σιωπή σου. Να διεισδύσει η μια σιωπή μέσα στην άλλη. (…)Σου ζητάει να πεις μια ιστορία που λέγεται με σφαλιστά χείλη κι ακούγεται με βουλωμένα αυτιά.  Δεν γίνεται; Θα γίνει. Δεν υπάρχει; Θα την βρεις.(…) Να εισχωρήσεις στη γκαρνταρόμπα των σιωπών του».

Σ αυτή την αιχμή ο Φάις προσπαθείόχι μόνο να πατήσει αλλά και να αποικήσει. Μία «Μυστηριώδης Νήσος», στην οποία δεν λειτουργούν οι κανόνες του  παρελθόντος και το παρόν διαστέλλεται τόσο, όσο χρειάζεται για να φτιάξει τη βιογραφία του. Αν στο «ΑegypiousMonachus»,ο χρόνος του ήρωα αφηγητή αναδεύεται σε ένα συνεχές που καθορίζεται με τον όρο εαυτός («αρκεί να δεχθείς να σε δέσει χειροπόδαρα, ο εαυτός σου», λέει ο συγγραφέας σε αυτή τη νουβέλα), στη «LadyCortisol» ο εαυτός/ χρόνος, διασπάται σε ερωτήματα και απαντήσεις  ακολουθώντας το δυαδικό αρχετυπικό μοντέλο αρσενικού/θηλυκού, που ωστόσο αποτελεί μία συγγραφική τεχνική που θα  προσελκύσει τους αναγνώστες στη λανθάνουσα ιερότητα της ένωσης. Αναρωτιέται η Lady για το ποιος επιτέλους ρωτάει:«Είναι εξωσωματική εμπειρία; Είναι παιχνίδισμα του εαυτού; Είναι βαρύς κλονισμός του υποκειμένου;»ενώ αλλού λέει «Ξέχνα τα λοιπόν. Αυτά περί μοναδικότητας, περί αρχετυπικής δυάδας. Διαγραφή».

Ψηλαφητά αλλά σταθερά διαλύεται η καθαρότητα των προσώπων και οι ταυτότητες εναλλάσσονται. Τα όρια όπως είπαμε πριν, περιέχουν και τις νεκρές τους ζώνες. Στην πολιτική και νομική ορολογία τις λέμε ουδέτερες, για να καταδείξουμε ότι εκεί δεν χωρά καμία κυριαρχία. Στην προκειμένη περίπτωση αυτές οι ζώνες είναι ίσως ότι πιο κοντά στην αλήθεια. Είναι η αλήθεια των ορίων, την οποία δεν μπορεί να αποκαλύψει η γλώσσα. Είναι μία άλλη πραγματικότητα εντελώς ξένη προς τη γλώσσα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η ηρωίδα για τον άντρα που ρωτά «Γι’ αυτό κάποιες στιγμές αναπνέει λες και είναι φασκιωμένος στα σπάργανα ή γδυτός στο κιβούρι. Τέλος πάντων». Ένα ρήμα ενεργητικό ζωής φαίνεται να ταιριάζει σε δύο καταστάσεις που η μία αναιρεί την άλλη. Και όμως τίθενται διαζευκτικά σαν να χωρά το ίδιο. Από τη μία η ζωή στα σπάργανα που μόλις αρχίζει, από την άλλη η ζωή που μόλις τέλειωσε στο νεκροκρέβατο. Κοινό σημείο η ανάσα.

Ο Φάις μας παρουσιάζει ένα αφήγημα  πλούσιο σε ρυθμό και ένταση. Ένας  λόγος για τον λόγο, για την ομιλία, για την επικοινωνία. Ένας λόγος για την ουσία του λόγου, για τα όριά του και τις αποκλειστικότητές του. «Μαθαίνεις ν’ απαντάς. Αναγκάζεσαι» λέει. Και πάλι επικαλούμαι τον Μπαρτ«γλώσσα και ύφος είναι δυνάμεις τυφλές». Από τη μία η ματαιότητα των ερωτημάτων, η φύση του λόγου που μας περιβάλλει, η δύναμη των λέξεων που έχουν μνήμη και την κουβαλάν συνέχεια,  τα κενά ανάμεσα στις λέξεις, ο εθισμός  στις ερωταποκρίσεις, η ίδια η σιωπή, που δεν είναι απόλυτη, αλλά είναι σιωπή –απάντηση σε συγκεκριμένα ερωτήματα, όλα αυτά που μας περιβάλλουν. Από την άλλη η ανάγκη για απαντήσεις, η ανάγκη για επινόηση υποκειμένου ερωτώντος και υποκειμένου που απαντά, με όποιο τρόπο,  σ’ ένα γκρι  στούντιο, «αυτό το τρομαχτικά πανταχού παρόν γκρι της απουσίας».

Αυτή η  σύγκρουση,  αυτές οι αντίρροπες τάσεις, ανοίγουν μία ρωγμή στην άκρη της οποίας  στέκεται η πρωταγωνίστρια, ίσως επιμένοντας ότι τα χείλη των πτυχώσεων κατά βάθος ταιριάζουν.

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »

 

Leave a Reply