Βιβλίο
657 views 0 comments

Νικόλας Σεβαστάκης, Άντρας που πέφτει, Εκδόσεις Πόλις

by on Δεκέμβριος 16, 2015
Details
 
Editor Rating
Total Score

Hover To Rate
User Rating
User Score

You have rated this

 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗ

Οι απώλειες είναι οι σταθερές παρουσίες της πραγματικότητάς μας. Στον «Άντρα που πέφτει» του Νικόλα Σεβαστάκη, ο Μάνος ο ήρωας του πρώτου διηγήματος, αρχίζει να πέφτει – πτώση που παθολογικά ορίζεται ως «ψευδοεπιληψία αγνώστου αιτιολογίας»- δύο χρόνια μετά την εγκατάλειψή του από την Αμαλία, την γυναίκα του. Μετά από κάθε πέσιμο ανακαλύπτει καινούριες διαδρομές, «αλλά η Αμαλία είναι η βασική ιδιότητα των πραγμάτων που τον περιστοιχίζουν, η ονομασία της πραγματικότητας». Πρέπει να προχωρήσει, τινάζοντας τις σκόνες από το μπατζάκι του, «κόβοντας δρόμους», ακολουθώντας δηλαδή αυτή την λυτρωτική οικονομία που κάνει την πραγματικότητα να φαίνεται ως αυτόνομη επιλογή.

Πολλές οι αδικαίωτες στιγμές του ληξίαρχου στον «Αυτόχειρα της βροχής». Ούτε οι δικές του καταγγελίες ήταν ικανές για ν’ αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Ελπίζει να επιφέρει με την αυτοχειρία του ό,τι δεν κατάφερε η ρέουσα ζωή του. Φτάνοντας στην ολοκλήρωση της πράξης έχει την αίσθηση του εκλεκτού, αυτή που είναι τόσο επιθυμητή, σε όσους συνθλίβονται από την πεζότητα των χρεών της καθημερινότητας. Η πικρή ειρωνεία του αφηγητή, που δεν παρασύρεται από την μεγαλοδοξία του ήρωα, εισάγεται στη συγκίνηση του αναγνώστη: ακόμη και αυτή η πράξη, η τελευταία μεγάλη της ελευθερίας της βούλησης, καταπατάται βάναυσα από την «πόλη» που την εκλαμβάνει ως βεβήλωση «του ιστορικού μέρους από τις ένδοξες μνήμες της περιοχής».

Και αν ο αυτόχειρας δεν μπορούσε ούτε το τελευταίο του σημείωμα να συντάξει, η Πολυξένη ζει τις μέρες της με αναμνήσεις και είδωλα που εισχωρούν στις πιο προσωπικές της στιγμές. Βλέμματα αντρών, αισθήσεις ηδονικές από το παρελθόν, εξάψεις μπροστά από την εικόνα της τηλεόρασης, όλα,  συνδρομές υποκαταστατικές μιας έλλειψης. Ο αφηγητής την παρακολουθεί από απόσταση, κάνοντας τα δικά του σχόλια πάνω στις σκέψεις της. Αφηγείται το φαινόμενο των τίτλων. Δηλαδή την ικανότητα της Πολυξένης να θυμάται, για πολλούς μήνες και για χρόνια, τα ονόματα κομπάρσων, καλλιτεχνικά ψευδώνυμα χορευτών, το ονοματεπώνυμο του μοντέρ και του μπούμαν στους τίτλους τέλους ενός φιλμ. Αυτά τα «παράταιρα υλικά», «ονόματα»  και τις «γωνίες προσώπων» που εμφανίζονται αυθαίρετα στη ζωή της.

Πολύ ιδιαίτερο το διήγημα «Το όνειρο», με την σχηματισμένη απώλεια του πατέρα, τη μεταλλική του φωνή, της οποίας η χροιά κανονίζεται από τον τρόπο θανάτου. Η συν- εννόηση με την κόρη παρά το λεπτό γυάλινο χώρισμα. Έρχεται το ρίγος -όπως όταν ένα βράδυ έρχεται με την ελάχιστη ψύχρα του- στην διαπίστωση ότι μπορούν να συνομιλούν για πράγματα της καθημερινότητας, όπως τα μαθήματα, ή «αν η ταχύτητα είναι μονόμετρο μέγεθος». Το γυάλινο χώρισμα στο όνειρο δεν εμποδίζει τη συνάντηση των δύο κόσμων. Οι μαύρες σκιές, όμως, στα μάτια της μητέρας, δείχνουν ότι τα χωρίσματα υπάρχουν και μεταξύ του ίδιου τούτου κόσμου.

«Ο άνθρωπος της Προβέντζας» δεν απάντησε στο ερώτημα τι έγινε με την Ανθή. Η καλλονή από τη Σύρο έφυγε, όπως φεύγουν δεκάδες πρόσωπα και πράγματα, χωρίς απόκριση ή εξήγηση. Μένει όμως αυτή η αγέρινη ομορφιά, μάστιγα και θεραπεία.

Μένει όμως και η εκκρεμότητα της πληρωμής ενός χρέους. Μία οφειλή που έχει τις απαρχές της στον προσωπικό πόνο. Μία ακόμη απώλεια, γίνεται σημείο αντίστασης στην κυνικότητα των τυποποιημένων μηνυμάτων. «Η εκκρεμότητα είναι εκκρεμότητα», το προτελευταίο διήγημα της συλλογής, διαβάζεται σαν ένα μεγάλο ποίημα. «Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μισοκοιμάται και το φως του πορτατίφ γίνεται ένα ξημέρωμα στην παραλία της Ερέτριας, ένας ήλιος που τον περιβάλλει ακόμα το αγνό μπλε σκοτάδι».

SEBASTAKIS1

Δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο «Άντρας που πέφτει» από τις εκδόσεις «Πόλις». Δέκα ιστορίες, θα τολμούσα να πω, εξαιρετικά κοντινές μας. Και όχι για το χρονικό φόντο, στο οποίο τοποθετούνται , αλλά για το αντικείμενο το οποίο πραγματεύονται. Θέματα καθημερινότητας, που σε άλλη περίπτωση θα προσπερνούσαμε. Ο αφηγητής όμως με την τέχνη της διήγησης, μας κάνει να σταθούμε στον χρόνο των ηρώων του, κερδίζοντάς τον από τον δικό μας χρόνο. Η εσωτερικότητα των προσώπων, μας είναι τόσο οικεία, γιατί δίνεται απαλά, χωρίς αισθηματικά ξεχειλίσματα που θα χαλούσαν την ισορροπία της πολύπλευρης πραγματικότητας, στην οποία σκέφτονται, μιλάνε, δημιουργούν ή τέλος πονάνε.

Ακόμη και οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, γίνονται για να εξυπηρετήσουν την επαφή του ήρωα με το παρόν του, με την ίδια του την σημαντικότητα.

Πιστεύω ότι ο συγγραφέας διαλέγοντας την χωρίς επεκτάσεις και περιγραφικές επιμονές αφήγηση, αφήνει τα πρόσωπα, ακόμη και τα δεύτερα, να αναπτύξουν μία διαδραστική σχέση με τους αναγνώστες. Το ίδιο μοτίβο είχα παρατηρήσει και στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο «Γυναίκα με ποδήλατο» επίσης από τις εκδόσεις «Πόλις».

Θα ξαναγυρίσω στην «Μέρα της Πολυξένης». Είναι το διήγημα που σκέφτηκα πιο πολύ. Από την ετυμολογία του ονόματος της ηρωίδας, την εμπλοκή-κατεύθυνση του αφηγητή, μέχρι την τελευταία παράγραφο που ψιθυρίζει στο μαξιλάρι της «εμείς δεν ήμασταν έτσι». Αυτή η μόνη και ασήμαντη κατά τ’ άλλα γυναίκα, δεν μπορεί ν’ απαντήσει στο απλό ερώτημα που «ευτυχώς, κανείς ακόμα δεν σκέφτηκε να της το θέσει: για ποιο λόγο τη διακόπτουν κάθε λίγο πρόσωπα που κάποτε είχαν πολύ μικρή σημασία στη ζωή της;». Αυτές οι αυθαίρετες εισαγωγές στις τσακίσεις της πραγματικότητας.

Πόσο γοητευτική μου φάνηκε η ιδέα ότι και η Πολυ/ξένη εισάγεται στις σκέψεις άλλων, για να γεμίσει λυτρωτικά τις ελλείψεις τους, με την γεμάτη μοναχικότητά της, με την σίγουρη μη σημασία της, για να μην είναι τόσο σκληρός «(ο) ύπνος δίχως όνειρα, (ο) ύπνος της κουρασμένης ανθρωπότητας».

Be the first to comment!
 
Leave a reply »