Βιβλίο
867 views 0 comments

Ο Τολστόι με τη ματιά του Σεστόφ.

by on Σεπτέμβριος 5, 2015
Details
 
Editor Rating
Total Score

Hover To Rate
User Rating
User Score

You have rated this

 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗ

Ο Λέων (Λέφ) Σεστόφ δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στο ελληνικό κοινό. Μόλις πρόσφατα (2013), ο Σταύρος Ζουμπουλάκηςπεριέλαβε στον τόμο του με φιλοσοφικά δοκίμια με τίτλο «Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος» (Εκδόσεις Πόλις), ένα κείμενο σχετικά με το έργο και τα πιστεύω  του Ρώσου στοχαστή που φέρει τον τίτλο «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Που κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;».

Ο Σεστόφ καταπιάστηκε με μεγάλους στοχαστές της ανθρωπότητας, όπως τον Τολστόι, τον Λούθηρο, τον Πασκάλ, τον Καρτέσιο, τον Πλωτίνο, τον Ντοστογιέφσκι, τον Νίτσε και άλλους. Το ζήτημα του Θεού είναι το μόνο ζήτημα του όλου έργου του Σεστόφ. Στο παραπάνω δοκίμιο του Ζουμπουλάκη πληροφορούμαστε ότι ο άξονας που θα παραμείνει σταθερός μέχρι το τέλος της ζωής του είναι ο πόλεμος κατά της λογικής και της ηθικής και η αναζήτηση του Θεού πέρα από αυτές και εναντίον τους. Σε όλα του τα κείμενα, όποιο και αν είναι το θέμα τους, η βασική ιδέα  που αναπτύσσεται είναι ακριβώς αυτή.

TOL

Από τις εκδόσεις Ροές, κυκλοφορεί σε μετάφραση της Νάγιας Παπασπύρου το βιβλίο του Λέοντος Σεστόφ «Λέων Τολστόι: αυτός που γκρεμίζει και χτίζει κόσμους». Τρεις διαλέξεις για τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα. Τρεις διαλέξεις όπου ο Σεστόφ προβάλλει τις ιδέες του Τολστόι, μέσα από σειρά έργων του όπως το «Πόλεμος και Ειρήνη», «Μία Εξομολόγηση», «Το ημερολόγιο ενός τρελού», «Πατήρ Σέργιος», «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», «Αφέντης και δούλος», την πάλη ανάμεσα στη λογική και την πίστη, την αγωνία απέναντι στον θάνατο, την μοναξιά και την απόγνωση, ως γενεσιουργού λόγου αυτής της πίστης.

Ο Σεστόφ αναλύοντας τον Λέοντα Τολστόι, ως λογοτέχνη, ως ιδεολόγο, ως άνθρωπο της πράξης, που πάντα «λαχτάριζε να βρει μία πίστη, να στερεωθεί, να νικήσει τον φόβο του θανάτου», όπως λέει ο Καζαντζάκης, ανέλυε στην ουσία τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν είναι ξένη προς αυτόν, αυτή η αναζήτηση.

Ανάμεσα στα έργα του Τολστόι που δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του, υπάρχει το σύντομο και ημιτελές αφήγημα με τίτλο  «Το ημερολόγιο ενός τρελού».

Ο Τολστόι βέβαια σ’ όλη του τη ζωή είχε συναίσθηση πως κάτι τον ωθούσε  έξω από τον κοινό σε όλους κόσμο. Από παιδί ακόμη «ένιωθε να τον κυριεύει ακόμη και για ασήμαντους λόγους, ένας άγριος φόβος που απόδιωχνε απότομα την τόσο φυσική χαρά της  ζωής και την αίσθηση της ισορροπίας της ύπαρξης».

Οι βεβαιότητες, οι αλήθειες και οι στέρεες πεποιθήσεις του κοινού για όλους κόσμου, καταρρίπτονται στα έργα των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Και γεμίζει από φόβους κόκκινους, άσπρους και  τετράγωνους. Ίσως αυτά να είναι τα χρώματα της αγωνίας, «όταν η ζωή με το θάνατο συγχέονται».

Ο Σεστόφ λέει ότι το «Ημερολόγιο ενός τρελού» μπορεί να θεωρηθεί κατά μία έννοια  ως κλειδί για το έργο του Τολστόι. Παραθέτει μάλιστα στοιχεία που ενισχύουν την άποψη ότι το αφήγημα δεν είναι φανταστικό, αλλά πραγματικό. Και καταλήγει ότι η «τρέλα» του Τολστόι συνίστατο, στο ότι κάθε τι που άλλοτε φαινόταν πραγματικό και υπήρχε στ’ αλήθεια, τώρα του φαίνεται στοιχειωμένο, ενώ, αντίθετα, αυτό που του φαινόταν φανταστικό, εξωπραγματικό, εμφανίζεται τώρα ως η μοναδική πραγματικότητα. Και αυτή είναι η πάλη του ίδιου του Τολστόι. Που ανακάλυψε στη ζωή «έναν φοβερό, απεχθή, απείρως ισχυρό αντίπαλο και ξεκίνησε εναντίον του μία τρομερή, μία τελευταία μάχη». Έναν αντίπαλο ωστόσο «..όχι μόνο ανίκητο αλλά που ούτε καν να τον διακρίνει κανείς δεν καταφέρνει».

SESTOF 2

Πάλη λοιπόν. Αγωνία. Μάχη. Για ποιο πράγμα όμως; Προς τι;  Ο Πλωτίνος, λέει ο Σεστόφ, είχε ορίσει τον σκοπό της φιλοσοφίας, ως εξής: «Μία μεγάλη ύστατη μάχη, περιμένει τις ανθρώπινες ψυχές». Και ίσως τελικά σ’ αυτή τη μάχη βρίσκεται η δικαίωση του ανθρώπου. Γιατί ενώ παραμένει δέσμιος στη λογική που υποδεικνύει τρόπους δράσης, με αυτούςακριβώς τους τρόπους εκτίθεται η ίδια η εγκυρότητά της.  Το σπαθί του Ροστόφ στο «Πόλεμος και Ειρήνη», δικαιώνει την ενότητα του κόσμου αυτού, την λογική του συνέχεια, τις «αποδεδειγμένες αλήθειες». Στο σπαθί της επιβολής των αληθειών που συνέχουν τον εξωτερικό κόσμο, -ακόμη και της επιβολής της εκλογικευμένης πίστης- αντιπαρατίθεται ο κλονισμός του Πιέρ Μπεζούχοφ. «Από τη στιγμή που ο Πιέρ υπήρξε μάρτυρας της φρικτής αυτής δολοφονίας…. είχε την αίσθηση ότι είχαν ξεριζώσει από τη ψυχή του το ελατήριο που συγκρατούσε τα πάντα…. και τα πάντα κατέρρευσαν και έγιναν ένας άμορφος σωρός από ανούσια σκουπίδια. Ένιωθε πως δεν ήταν στο χέρι του να ξαναβρεί την πίστη στην ζωή». Και όμως,  λίγες ώρες αργότερα ο Πιέρ μετά την συνομιλία του με τον Πλάτωνα Καρατάγιεβ στη σκηνή, και ενώ έξω επικρατούσαν θρήνοι, φωνές και φωτιές «…. μένοντας ξαπλωμένος με ορθάνοιχτα μάτια στο σκοτάδι, ένιωθε να ξαναγεννιέται στην ψυχή του, σε νέες ακλόνητες βάσεις, έχοντας περιβληθεί μία νέα ομορφιά ο κόσμος αυτός που πριν λίγο είχε καταρρεύσει».

Ο Σεστόφ στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, με τίτλο «Γιάσναγια Πολιάνα και Αστάποβο», θεωρεί ότι αυτό το «θαύμα» που συντελέστηκε στην ψυχή του Πιέρ, οφείλεται στο ότι ο Τολστόι, αποτίναξε την λογική με τις αλήθειες της και τις αποδείξεις της, τις ήδη επιβεβλημένες από αιώνες, ανακαλύπτοντας την ουσία και το ακατάλυτο περιεχόμενο της Αγίας Γραφής στην εντολή «μη αντιστήναι τω πονηρώ».

Η κρίση αυτή είναι αποτέλεσμα της μελέτης των έργων της τελευταίας περιόδου του Τολστόι. Στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Αυτός που γκρεμίζει και χτίζει κόσμους», ο Σεστόφ απομακρύνεται από την άποψη που θέλει τον προτεσταντισμό ως εξέγερση της λογικής και της αρετής του μέσου ανθρώπου ενάντια σε κάθε τι το αινιγματικό και μυστηριώδες και παραθέτει το απόσπασμα που επικαλείται ο ίδιος ο Λούθηρος από το «Υπόμνημα εις την προς Γαλάτας Επιστολήν του Αποστόλου Παύλου (CommentariuminEpistolamS. PauliadGalatas): «Ο Υιός του Θεού πέθανε και αυτό ακριβώς μου δίνει το σθένος μου…Αναδέχομαι αυτόν τον θάνατο. Εδώ έγκειται η αληθινή αρετή της πίστης, γιατί ο Χριστός πέθανε όχι για να δικαιώσει τους δίκαιους αλλά για να συγχωρήσει τους αμαρτωλούς..». Καταλήγει ο Σεστόφ ότι «ο Πιέρ του “Πόλεμος και Ειρήνη” δεν απόκτησε πίστη παρά μόνον αφού ένιωσε πως ο Θεός έχει πεθάνει, ότι και ο ίδιος είχε χαθεί για πάντα, ότι δεν υπήρχε σωτηρία γι’ αυτόν ούτε στην γη ούτε στον ουρανό».

Αυτό το κενό που ένιωσε ο Πιέρ, από μία πάλη χωρίς νικητές και ηττημένους,  το νιώθει αρκετά χρόνια αργότερα ένας άλλος ήρωας του Τολστόι ο πατέρας Σέργιος. Ο «Πατήρ Σέργιος» εκδόθηκε το 1911, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Τολστόι. Ο πρίγκιπας Στεπάν Κασάτσκι, γεμάτος αντικρουόμενα συναισθήματα, νιώθει στη νεανική του ηλικία μίαν απόγνωση «και η απόγνωση που οδηγεί; Στον Θεό στην παιδική πίστη που ποτέ δεν κατέρρευσε μέσα του». Γίνεται μοναχός με τ’ όνομα Σέργιος, χωρίς ωστόσο να πάψει να κουβαλά μέσα του τον κόσμο του αξιωματικού, τις ιδιότητες εκείνες του χαρακτήρα του όπως η επιθυμία του για υπεροχή, η αίσθηση της ανωτερότητάς του. Αλλάζοντας μόνο το τυπικό των παραστάσεών του, είναι επόμενο να αναμετρηθεί με το νόημα της ύπαρξής του. Μετά από ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα απόκτησε τεράστια φήμη. Οι προσκυνητές συνέρρεαν στην μονή από παντού. «Και ο ίδιος ξαφνιαζόταν που αυτός ο πρίγκηπας Κασάτσκι, είχε γίνει άγιος θαυματουργός…». Και όμως δεν υπήρχε μέσα του παρά πάλη, αγωνία και αμφιβολία. «Δεν υπάρχει καμία διαφορά, τελικά, ανάμεσα στον άγιο γέροντα», λέει ο Σεστόφ, στο τρίτο μέρος του βιβλίου με τίτλο “Η τελική κρίση”, «γύρω από τον οποίο συρρέουν  πλήθη θαυμαστών από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, και τον λαμπρό αξιωματικό της φρουράς, ο οποίος εκτελούσε ευσυνείδητα τα στρατιωτικά και κοσμικά του καθήκοντα. Και οι δυο ζουν στον κοινό σε όλους κόσμο και υφίστανται την έλξη της γης και φοβούνται τον ουρανό». Η απόγνωση βρίσκεται στο ερώτημα του πατέρα Σέργιου «άραγε ό,τι κάνω είναι για τον Θεό, είναι για τους ανθρώπους;» και στην αφήγησή του ο Τολστόι βάζει τον Σέργιο να αναρωτιέται «..αν αγαπούσε κάποιον, αγαπούσε άραγε την Σοφία Ιβάνοβνα, τον πατέρα Σεράπιο;».

Ερωτήματα ύπαρξης. Ερωτήματα μοναξιάς αλλά και αποκάλυψης. «Δεν υπήρχε αγάπη μέσα του, ούτε ταπεινοφροσύνη, ούτε αγνότητα». «Όχι δεν υπάρχει Θεός», λέει ο Σέργιος, «για κάποιον που έζησε όπως έζησα εγώ, επιδιώκοντας την αναγνώριση, τον έπαινο των ανθρώπων». Και όλα αυτά αφού προηγήθηκε η αποκάλυψη της ταπεινής Πάσενκα, του πλάσματος που ο πατήρ Σέργιος «όφειλε να είναι, αλλά δεν έγινε ποτέ». Στο τέλος της νουβέλας ο Σέργιος συλλαμβάνεται, χωρίς ταυτότητα. Ο άλλοτε πασίγνωστος πατέρας Σέργιος, είναι ένας απλός δούλος του Θεού, «που τον κατέταξαν στους αλήτες και τον έστειλαν στη Σιβηρία». Χωρίς ταυτότητα, ανώνυμος, στην αρχή της ταπεινότητας και μόνος. Όλα οδηγούν στην ελαφρότητα, στην απαλλαγή, εκεί που για να αναμετρηθείς με τον αφανή αντίπαλο, χρειάζεται να γίνεις και εσύ αφανής.

Μόνος, ωστόσο ένιωθε και ένας άλλος ήρωας του Τολστόι ο Ιβάν Ιλίτς. «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» θα δημοσιευθεί σε μία συλλογή διηγημάτων του το 1886, και είναι εμπνευσμένο από αληθινή μαρτυρία. Ο ίδιος ο Τολστόι έγραψε για το θέμα ότι πρόκειται «για τον απλό θάνατο, ενός απλού ανθρώπου ιδωμένου από τα δικά του τα μάτια». Πράγματι ενώ το βιβλίο αρχίζει με το τετελεσμένο γεγονός του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς και τις αντιδράσεις των οικείων του, τελειώνει με τις σκέψεις του ετοιμοθάνατου. Οι φίλοι του πληροφορούνται τον θάνατο από τις εφημερίδες. Νιώθουν έναν στιγμιαίο φόβο, αλλά μετά αμέσως «και ένα αίσθημα χαράς: πέθανε εκείνος και όχι εγώ». Σκέψεις για μεταθέσεις, αντικατάσταση ή προαγωγή των συναδέλφων του. Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει ο θάνατος για τους εναπομείναντες. Μόνο χαρά γιατί αυτός πέθανε «ενώ εγώ ζω». Η ύπαρξη υπερτονίζεται και γίνεται πανηγύρι όταν αναμετράται με τον θάνατο.

Ο Ιβάν Ίλιτς όμως ήταν απόλυτα μόνος  «και έτσι πρέπει να ζήσει ολομόναχος στο χείλος της αβύσσου, δίχως να έχει πλάι του έναν άνθρωπο που να τον καταλαβαίνει και να τον συμπονά».

Και πώς να έχει δίπλα του έναν άνθρωπο αφού «…σ’ αυτούς ανακάλυπτε τι τον είχε κάνει να ζήσει και έβλεπε καθαρά ότι αυτό δεν ήταν διόλου εκείνο που έπρεπε, ότι ήταν ένα τερατώδες ψέμα που έκρυβε την ζωή και τον θάνατο». Αυτή είναι η ανακάλυψη μπροστά στον πόνο και στον επερχόμενο θάνατο. Και αυτή η ανακάλυψη δεν μοιράζεται και δεν εντάσσεται σε καμία «κανονικότητα».

Ο Σεστόφ λοιπόν προβάλλει ξανά την ιδέα του Τολστόι για την παραίτηση από ιδανικές οντότητες της γήινης ύπαρξής μας. Από τις κοινωνικές συμβάσεις και τις καθιερωμένες αλήθειες. «Ο θάνατος», λέει, «κόβει όλα τα λεπτά νήματα που μας συνδέουν με τους δικούς μας, και ο πρώτος όρος, η αρχή της αναγέννησης της ανθρώπινης ψυχής είναι η μοναξιά, μια μοναξιά που πιο απόλυτη δεν θα μπορούσε να είναι ούτε στον βυθό της θάλασσας ή στο μέσο της γης. Μοναξιά μέσα στην οποία δεν αντέχουν και χάνονται οι νομιμότητες και οι κανονικότητες. Η έντιμη ζωή του δημόσιου υπαλλήλου δεν μπορεί να σώσει τον Ιβάν Ιλίτς την στιγμή της τελικής κρίσης, όπως ακριβώς και η ενάρετη ζωή του πατέρα Σέργιου δεν προσφέρει σ’ αυτόν καμία βοήθεια  μπροστά στο Υπέρτατο Δικαστήριο».

Και όμως, όπως στον «Πατήρ Σέργιο», έτσι και στον «Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς», υπάρχει μία μορφή ταπεινότητας. Ο υπηρέτης Γκεράσιμ, που κάνει την πιο αποκρουστική δουλειά, είναι υπεύθυνος δηλαδή για την καθαριότητα του αρρώστου, εκτελεί το καθήκον του  με φυσικότητα αφού όπως λέει: «όλοι μας θα πεθάνουμε. Γιατί να μην μπω στον κόπο». Είναι αυτά τα ρήγματα που παρουσιάζονται στις μορφές μοναξιάς που  περιέγραψε παραπάνω ο Σεστόφ. Είναι οι ανάσες της ψυχής. Είναι φαντάζομαι και η ελπίδα. Ότι τελικά η δικαίωση του ανθρώπου αρχίζει από πολύ χαμηλά, όπως και η πίστη. Ο ετοιμοθάνατος Ιβάν Ιλίτς αρχίζει και λυπάται τους οικείους του. Ζητά συγχώρεση, και έπειτα δεν υπάρχει θάνατος, μόνο φως. Και τελικά ζωή.

Ο Σεστόφ στο έργο του Τολστόι βρίσκει ως πηγή της πίστης, την απελπισία και την απόγνωση, την μοναξιά «το χωρίς ταυτότητα» του πατέρα Σέργιου. Το «απόλυτα μόνος» του Ιβάν Ιλίτς. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, στο δοκίμιό του για τον Σεστόφ, το επισημαίνει με μία παρατήρηση του φίλου του συγγραφέα, φιλοσόφου Νικολάι Μπερντιάγεφ «Επιμένεις να μη θέλεις να δεχθείς ότι η τρέλα του Πασκάλ και του Αποστόλου Παύλου ήταν μία τρέλα εν Χριστώ. Έχεις μετατρέψει τη Χάρη σε σκοτάδι και τρόμο».

Ο Τολστόι όμως, αγωνιζόμενος για πίστη, άφησε στις έσχατες μορφές της φτωχής και ασήμαντης Πάσενκα και του ταπεινού μουζίκου υπηρέτη Γκεράσιμ, να ανασαίνει μία ελπίδα, να φυσά ένα δροσερό αεράκι αγάπης, στον απέραντο κάμπο της πάλης και της απόγνωσης των πρωταγωνιστών του ·  της άδολης αγάπης για τον συνάνθρωπο.

 

Αναγνώσεις:

-Λέφ Σεστόφ, «Λέων Τολστόι: Αυτός που γκρεμίζει και χτίζει κόσμους», Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Νάγια Παπασπύρου,

-Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος», Εκδόσεις Πόλις,

-Λέων Τολστόι, «Πατήρ Σέργιος», Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου, Επίμετρο Βιργινία Γαλανοπούλου,

-Λέων Τολστόι, «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου, Επίμετρο Βιργινία Γαλανοπούλου,

-Κωστής Παπαγιώργης, «Στο μυαλό του Τολστόι», έκδοση LIFO,  7.6.2012, τ. 298

-Άγγελος Τερζάκης, «Λέων Τολστόι», Νέα Εστία , τόμος 68, τχ 802, έτος 1960, σελ. 1569-1570

-Νίκος Καζαντζάκης, «Λέων Τολστόι», Νέα Εστία, τόμος 68, τχ 801, έτος  1960, σελ. 1501-1505.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »