Βιβλίο
421 views 0 comments

Τίτσα Πιπίνου: «Οι ζωές μας είναι πολλές φορές σαν τα ξενοδοχεία..»

by on Αύγουστος 11, 2016
Details
 
Editor Rating
Total Score

Hover To Rate
User Rating
User Score

You have rated this

 

Στον ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΓΑ
Μια ιστορία αγάπης ξετυλίγεται μεταξύ Ρόδου, Αθήνας, Βιέννης και Πράγας, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεχάσουν, στο νέο «ειλικρινές, γρήγορο και άμεσο» μυθιστόρημα της συγγραφέως Τίτσας Πιπίνου, « Το παλιό ξενοδοχείο», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Διόπτρα».

«Είναι μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο φαινομενικά διαφορετικούς ανθρώπους. Λέω φαινομενικά γιατί με τα χρόνια οι διαφορές λειαίνονται. Έπειτα όταν είμαστε πολύ νέοι αυτές οι διαφορές μεγεθύνονται, αλλά δυστυχώς τότε δεν το ξέρουμε, και το πιο μικρό μπορεί να φέρει το τέλος του κόσμου. Μιλώ επίσης για την ατυχία του να συναντήσεις κάτι που σου ταιριάζει νωρίς στη ζωή σου και να μην μπορείς να το αναγνωρίσεις. Συνήθως η ευκαιρία δεν μας δίνεται δεύτερη φορά.», λέει η συγγραφέας μιλώντας στην «artpress» για το τελευταίο-ένατο- της βιβλίο.

«Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε ένα παρόμοιο ξενοδοχείο με αυτό που περιγράφω και που υπήρξε έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην Ρόδο, αλλά και η ζωή μας είναι σαν τα ξενοδοχεία πολλές φορές. Υπάρχουν οι περαστικοί που δεν αφήνουν ίχνη πίσω τους, αλλά και οι σταθεροί συνοδοιπόροι της ζωής μας, όπως οι μόνιμοι πελάτες των ξενοδοχείων.»,  εξηγεί η συγγραφέας αναφερόμενη στον τίτλο του βιβλίου της.

-Οι κεντρικοί ήρωες του, η Σοφία και ο Δημήτρης, από ποια πλευρά της ζωής είναι βγαλμένοι;

«Η Σοφία και ο Δημήτρης όταν συναντιούνται για πρώτη φορά στο ξενοδοχείο γίνεται φανερό ότι δεν είναι βγαλμένοι από την ίδια πλευρά της ζωής. Εκείνη φιλόδοξη έτοιμη να γνωρίσει και να κατακτήσει τον κόσμο που δεν θέλει τίποτα να της σταθεί εμπόδιο και εκείνος σταθερά ταγμένος στην ευζωία χωρίς τις πυρακτωμένες δικές της εφηβικές ανησυχίες. Όταν όμως ξανασυναντιούνται και οι δυο μεσήλικες και τσαλακωμένοι από τη ζωή και έχοντας κάνει ο καθένας την διαδρομή του είναι επιτέλους από την ίδια πλευρά της ζωής.»

-Ταυτίζεστε με τους ήρωες σας, ή κρατάτε αποστάσεις;

«Δεν μπορείς να κρατάς αποστάσεις από ήρωες που συνυπήρξαν μαζί σου για όσο κράτησε η γραφή ενός μυθιστορήματος. Αλλά και μετά το τέλος του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνεχίζουν να υπάρχουν.

Ακόμη και αν είναι διαφορετικοί σαν ψυχοσύνθεση από εμένα οι ήρωες των βιβλίων μου πάντα υπάρχουν ψήγματα του εαυτού μου σε αυτούς. Όχι σαν χαρακτήρες, αλλά σαν πράξεις, ή σαν πρόθεση πράξεων. Γενικά οι ήρωες των μυθιστορημάτων είναι πιο τολμηροί στις αποφάσεις τους από τους ίδιους τους συγγραφείς που τους έπλασαν. Αυτή είναι η ασυδοσία της γραφής.»

πιπινου

-Πάντα από αγάπη υποφέρουμε ακόμη κι αν δεν το ξέρουμε;

«Από την έλλειψη της κυρίως. Είναι τρομερό πως η έλλειψη της αγάπης δημιουργεί τόσα προβλήματα ψυχικά αλλά και σωματικά. Κάπου άκουσα τελευταία και μου έκανε εντύπωση πως αν αφήσεις ένα νεογέννητο στην κούνια για καιρό χωρίς να το αγγίζεις, ακόμη και αν το ταΐζεις και το αλλάζεις πάνες, αυτό μπορεί να πεθάνει! Είναι η επαφή, το άγγιγμα της αγάπης που μας κρατά ζωντανούς. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που νιώθει καλά αν γνωρίζει ότι δεν αγαπιέται.»

«Αν κάτι είναι ευτυχία είναι η ρουτίνα μας τελικά, αυτή η ήρεμη επανάληψη της καθημερινότητάς μας», λέει η ηρωίδα του βιβλίου. Στο  τέλος όμως εγκαταλείπει τη ρουτίνα της και την καθημερινότητα της ζωής και φεύγει με τον πρώτο της έρωτα για το Παρίσι. Τι υπερισχύει τελικά;

«Ποιος είπε ότι ο έρωτας ενέχει ευτυχία; Κάθε άλλο. Η ηρωίδα φεύγει μαζί του γιατί ένιωσε το σκίρτημα του έρωτα που την κάνει να νιώθει ζωντανή και ότι υπάρχει. Θα ζήσει το πάθος, την ένταση αλλά δεν ξέρουμε, αν με όλα όσα αφήνει πίσω της, θα νιώσει ευτυχισμένη. Ωστόσο η επιθυμία της να νιώσει ξανά όλα αυτά τα συναισθήματα θα την κάνει να εγκαταλείψει την ασφάλεια της ρουτίνας της. Ο έρωτας πιο πολύ δυστυχία, αγωνία, ανασφάλεια έχει, παρά ευτυχία. Αυτά τα ψήγματα όμως ευτυχίας είναι τόσο δυνατά που μας κάνει κάθε φορά να παίρνουμε αυτό το ρίσκο.»

Ρόδος, Αθήνα, Βιέννη, Πράγα, Κάιρο… Υπάρχει κάποιο «υπόγειο νήμα» που συνδέει τις πόλεις αυτές, στις οποίες ξετυλίγεται η ιστορία του βιβλίου σας, με τη ζωή σας;

«Ίσως και να υπάρχει αν σκεφθώ ότι στην Ρόδο και την Αθήνα έχω ζήσει καθώς και στην Βιέννη και την Πράγα έμεινα για ένα διάστημα όσο έγραφα το βιβλίο αυτό, και επίσης το Κάιρο ήταν η πόλη που έζησε για πολλά χρονιά ο πατέρας μου.  Άλλωστε δεν γράφω ποτέ για πόλεις που δεν γνωρίζω.»

Γιατί να διαβάσει ο αναγνώστης το βιβλίο σας αυτό;

«Δεν μπορώ να το πω εγώ αυτό. Μπορώ όμως να πω ότι θα περάσει καλά διαβάζοντας το και θα έχει την περιέργεια, ίσως και αγωνία να πάει στην επόμενη σελίδα.»

Έχετε γράψει εννιά βιβλία. Υπάρχει κάποιο κεντρικό θέμα στις ιστορίες που αφηγείστε;

«Από την παρατήρηση μου σε αυτά που γράφω και σε αυτά που διαβάζω άλλων συγγραφέων πάντα υπάρχει ένα κεντρικό θέμα, όχι πάντα ανιχνεύσιμο με ευκολία. Συνήθως οι συγγραφείς έχουμε εμμονές που είναι αυτό που μας κάνει να γράφουμε τα βιβλία που γράφουμε. Σε εμένα, κυρίως στα προηγούμενα βιβλία μου, υπάρχει πάντα το θέμα της καταπιεσμένης γυναίκας από την οικογένεια ή το περιβάλλον της. Είναι κάτι που το έχω βιώσει στον περίγυρο μου και φαίνεται ότι με άγγιξε περισσότερο από όσο νόμιζα για να γράφω ιστορίες για τέτοιες γυναίκες. Είναι οι εμμονές που δημιουργούν αυτόν το κεντρικό άξονα στα βιβλία ενός συγγραφέα.»

Το βιβλίο:

Όταν, στο πλαίσιο της δουλειάς της, μια γυναίκα δημοσιογράφος και συγγραφέας θα βρεθεί στη Βιέννη, ένα τυχαίο γεγονός θα την κάνει να θυμηθεί το παρελθόν και έναν άνδρα που νόμιζε ότι είχε ξεχάσει. Έτσι αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία τους.
Τον είχε συναντήσει, πολλά χρόνια πριν, στο μικρό ξενοδοχείο της οικογένειάς της, όταν αυτός εμφανίστηκε μια μέρα ως πελάτης. Ήταν ένας ανέμελος άνδρας που αναζητούσε δουλειά και απολαύσεις από τόπο σε τόπο, ενώ εκείνη ένα άγουρο κορίτσι που ονειρευόταν να ξεφύγει από τα στενά όρια του νησιού της.
Χάνονται γιατί κανείς δεν προσπαθεί να κρατήσει κοντά του τον άλλον.
Όταν θα συναντηθούν μετά από πολλά χρόνια, εκείνη θα έχει οικογένεια και θα έχει κατακτήσει το όνειρό της, ενώ εκείνος, ηλικιωμένος πια, ζει σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας, μόνος μετά από μία πολυτάραχη ζωή.

Η συγγραφέας:

Η Τίτσα Πιπίνου γεννήθηκε στη Ρόδο όπου ζει μέχρι σήμερα. Για ένα διάστημα έμεινε στην Αγγλία και παρακολούθησε μαθήματα της γλώσσας.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1994 με το βιβλίο Γυναίκα της σκιάς.
Συνολικά έχει γράψει οκτώ μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο για τις Γυναίκες της Δωδεκανήσου (2012).
Βιβλία της: Τέσσερις μέρες του Μάρτη (1997), Για να θυμάσαι τη Λοΐδα (1997),
Ονειροπαγίδα (1999), Παλιοί γάτοι, τρυφερά ποντίκια (2002), Το Σ’ αγαπώ σε ξένη γλώσσα (2004) και Ζωή χωρίς φιλοδώρημα (2007).
Διηγήματα και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες, λογοτεχνικά ημερολόγια και στον Τύπο.

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »