829 views 0 comments

Η Μαρία Τολούδη κυκλοφορεί με «Άλικα Κόκκινα» σε επαρχίες ανθρώπων…

by on Δεκέμβριος 21, 2017
 

Του Βασίλη Κάργα

Το άλικο ύφασμα στη γλώσσα των εμπόρων της Μακεδονίας είναι το πυκνό, καλοδουλεμένο και αραχνοΰφαντο ύφασμα που φωτίζει με το ζεστό, κόκκινο χρώμα του. Όπως και τα 48 διηγήματα του νέου βιβλίου της Μαρίας Τολούδη με τίτλο «Άλικα Κόκκινα» (Κάπα Εκδοτική) είναι υφασμένα με πυκνό λόγο, λυρισμό και αφηγηματική ωριμότητα, που φωτίζουν ιστορίες της καθημερινότητας του χθες και του σήμερα της ελληνικής επαρχίας αποτυπώνοντας τον πραγματικό κόσμο ο οποίος μας περιβάλλει.
«Ο τίτλος του βιβλίου σηματοδοτεί τη ζωή, με τα μικρά και μεγάλα της, τα ασήμαντα και σημαντικά. Την εγρήγορση αλλά και ραθυμία. Την ηδονή και αποστροφή. Το πάθος. Άλικα Κόκκινα είναι ο τίτλος ενός από τα 48 διηγήματα. Εκεί είναι αίμα χυμένο. Άλικο κόκκινο το χρώμα του αίματος. Όμως το αίμα είναι η ζωή, αυτό που «ενώνει» τα κύτταρα, τα κάνει ζωή, η «κόκκινη κλωστή» όπως λέγεται. Κι όταν χύνεται έρχεται το μαύρο του θανάτου. Δεν θα είχε άλλο χρώμα το πάθος παρ’ αυτό της ζωής. Αυτή τη ζωή θέλησα να κάνω γραμμές, λόγο για μένα και ίσως για τους αναγνώστες.», λέει η συγγραφέας μιλώντας στην artpress-παραμεθόριες ματιές στον πολιτισμό για το νέο της βιβλίο.

 

Αφηγήματα με πρωταγωνιστές απλούς ανθρώπους της υπαίθρου του Έβρου που η συγγραφέας συνάντησε στις επισκέψεις της στα χωριά της περιοχής και από τους οποίους άκουσε πολλές ιστορίες για τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, τις συνήθειες τους και τα έθιμα. Οι ιστορίες εκείνες την ενέπνευσαν βαθιά και πήρε αργότερα την απόφαση να τις καταγράψει σαν σύντομα αφηγήματα.
Ποιοι είναι οι ήρωες των διηγημάτων σου και από ποια πλευρά της ζωής είναι βγαλμένοι;
Άνδρες της γης, του μόχθου, αλλά και των σαλονιών, αγωνιστές και καλοπερασάκηδες, με αρχές και χωρίς, υποταγμένοι στα στερεότυπα κι αυτοί, όπως και εμείς. Πρίγκιπες και μάστορες στα χέρια και τον λόγο. Είναι αυτοί κι αυτές που μου μίλησε το βλέμμα τους, μου εκμυστηρεύτηκε το κρασί τους, ο θυμός τους, το παράπονο, ο χτύπος της καρδιάς, το τρέμουλο της φωνής, το είδος συναλλαγής τους, το δάκρυ στην άκρη του ματιού, το χαμόγελο κι ο κομπασμός, η ντομπροσύνη και η υποκρισία, η μεγαλοψυχία και μιζέρια. Οι ακούραστες γυναίκες – αυτές που συναντώ την Κυριακή το πρωί που ενώ με το ζόρι στέκονται στα πόδια τους, έβαλαν τα καλά τους, τύλιξαν αποβραδίς το μαλλί με μπικουτί και κατευθύνονται για την εκκλησία. Στέκονται μπροστά στην χάρη Της, γονατίζουν, προσεύχονται για τους άλλους, αυτούς που αγαπούν και σε αυτούς που αγόγγυστα προσφέρουν. Ναι, μου αρέσουν και τις αγαπώ. Είναι η μάνα μας, η θεία μας, η γιαγιά μας, η γειτόνισσα. Γι’ αυτές γράφω, για τις κρυμμένες επιθυμίες τους, για τα πάθη τους. Για το πως υφαίνεται και μπλέκεται η ζωή τους.

Ελληνική επαρχία του ’60. Φωτογραφία Κωνσταντίνος Μάνος

Από που αντλείς τις ιστορίες σου;
Με εμπνέει ο τόπος μου και οι άνθρωποι του που είναι η ευρύτερη οικογένειά μου. Με έλκει η ομορφιά του, με καλεί να απαντήσω το γιατί της ασχήμιας του. Λατρεύω τις ντοπιολαλιές, τα μυστικά που κρύβει το θρόισμα ενός φουστανιού, η ανείπωτη, αλλά και η εκφρασμένη βία των εγκλωβισμένων σε επαρχίες ανθρώπων. Έτσι είναι η ζωή σε αυτή τη μεριά του κόσμου. Του δικού μου. Κάποτε κάποιος ξένος που επισκέφθηκε την Αλεξανδρούπολη δεν γοητεύτηκε από τον φάρο, τις παραλίες, αλλά από τις μπουγάδες που στέγνωναν στις αυλές των σπιτιών, όταν είχε ακόμη μονοκατοικίες. Το θρόισμα τους στο αεράκι και η φρεσκάδα που ανέδιδαν τον συνεπήραν. Απλή εικόνα, αλλά τόσο όμορφη, που τόσα πολλά να λέει για τους νοικοκυραίους. Άπλωσα κι εγώ λοιπόν την μπουγάδα μου.

Το υλικό που τροφοδοτεί τη θεματική τους είναι βιωματικό;
Υπάρχουμε στο βαθμό που θυμόμαστε. Η μνήμη είναι προϊόν βιωμάτων. Αυτά που είδαμε, αγγίξαμε, μυρίσαμε, αυτά, που περάσαν από τις αισθήσεις, πριν γίνουν συναίσθημα, μνήμη. Με αυτή την έννοια ναι, η θεματική τους είναι βιωματική. Σαν άνθρωπο μου αρκεί ένα βλέμμα για να προκαλέσει την ιστορία. Οι ιστορίες μου θα ήθελα να έχουν τόσο συμπυκνωμένο λόγο που να γίνουν φωτογραφίες. Θέλω να καταγράψω την στιγμή και πως φτάνεις στην στιγμή. Για να γίνω πιο σαφής. Κοιτώντας τη διάσημη φωτογραφία του Μπρεσόν, του άνδρα που πηδάει πάνω από το στάσιμο βρόχινο νερό, με εμπνέει. Με εμπνέει η στιγμή της απαθανάτισης, όμως την ιστορία γεννάει το πριν και το μετά της.

Τον σχεδιασμό της εξαιρετικά καλαίσθητης έκδοσης είχε ο Ιωάννης Τσίγκας και την επιμέλεια και διορθώσεις η Σωτηρία Αποστολάκη.

Βιογραφικό

 Η Μαρία Τολούδη ζει στην Αλεξανδρούπολη, όπου γεννήθηκε το 1953. Μετά το γυμνάσιο, παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας Τέχνης στην Οξφόρδη για δύο χρόνια. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στη Νομαρχία Έβρου στους τομείς επιμόρφωσης ενηλίκων με θέματα την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, την διασυνοριακότητα, την στήριξη μειονοτικών ομάδων, την προστασία των βιοτόπων του νομού, την αειφορία, την ενημέρωση και την επικοινωνία.
Από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας δημοσίευε συχνά αφηγήματα  της στο περιοδικό «Περιωδικό της πόλης» (Alpha Media Group). Τέλη του 2011 δημοσίευσε επίσης μερικά από τα έργα της (διηγήματα, χρονικά, ποιήματα), σε μορφή έντυπων και ηλεκτρονικών βιβλίων. Τα αφηγήματα και ποιήματά της, συχνά με χρήση τοπικής διαλέκτου από τον Έβρο, είναι συναισθηματικά, σε συμπυκνωμένη γραφή, με έμφαση που δημιουργείται από τις συχνές αλληλουχίες ρημάτων, ουσιαστικών ή επιθέτων και με ιδιαίτερο πάθος. Πράγματι, το πάθος και η αναζήτηση ‘ψυχής’ σε έμβια ή μη είναι βασικά στοιχεία της προσωπικής της φιλοσοφίας.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »