ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
729 views 0 comments

Οδυσσέας Παπασπηλιώπουλος «Δεν έχω τη δυνατότητα να πω “αυτό δεν μου αρέσει, θα μείνω εκτός δουλειάς φέτος”»

by on Νοέμβριος 2, 2013
Details
 
Editor Rating
Total Score

Hover To Rate
User Rating
User Score

You have rated this

 

Στην ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

 «Είδες τον “Πουπουλένιο”;», με ρωτούν. «Θέλω να το δω οπωσδήποτε», είναι η αμέσως επόμενη φράση τους. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους πρωταγωνιστές και αλήθεια, κύριε Παπασπηλιώπουλε, έχετε καταλάβει ότι παίζετε στην πιο συζητημένη, αλλά και «φροντισμένη» παράσταση της σεζόν;

«Τίποτα στο θέατρο, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορεί να υπολογιστεί. Εγώ το πιστεύω αυτό. Ποτέ δεν ξέρεις πώς μπορεί να πάει μια παράσταση. Άρα το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να κάνεις τη δουλειά σου όσο καλύτερα γίνεται, χωρίς να σκέφτεσαι ότι κάνοντας αυτό μπορεί να έχω επιτυχία ή αποτυχία. Η επιτυχία πολλές φορές έρχεται από κει που δεν την περιμένεις. Είμαι από φύσει πολύ συγκρατημένος και θεωρώ ότι πρέπει να περάσει πολύς καιρός για να δεις αν πραγματικά κάτι είναι επιτυχία ή όχι και κυρίως με ποιο τρόπο».

Η καλλιτεχνική επιτυχία μετριέται σε εισιτήρια;

Μετριέται και σε εισιτήρια. Κάνουμε μια δουλειά που μέσα στους στόχους της είναι να επικοινωνηθεί και με όσο πιο πολύ κόσμο γίνεται. Αλλιώς καθόμαστε και σπίτι μας να παίζουμε το έργο. Άρα φυσικά και τα εισιτήρια είναι στόχος, όχι μόνο με την έννοια του οικονομικού κέρδους, αλλά της υποδοχής από το ευρύ κοινό. Δηλαδή το ότι αυτό το πράγμα που ήθελες να πεις έφτασε κάτω και συνομίλησε με όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους. Βεβαίως και με την έννοια του κέρδους, γιατί είναι η δουλειά μου. Δεν είμαστε όμως τεχνοκράτες και το πρώτο που μας καίει είναι σε πόσους περισσότερους άρεσε το έργο.

Πόσο εύκολο είναι να διηγηθείτε τον «Πουπουλένιο»;

Πολύ δύσκολο. Γιατί σε σύνθετα και σπουδαία έργα είναι άδικο να περιορίζουμε σε μια πρόταση το με τι έχουν να κάνουν. Είναι ένα σπουδαίο έργο της σύγχρονης γραφής που απλώνει τα πλοκάμια του σε πολύ διαφορετικά πράγματα, που όλα μαζί αποκτούν συνοχή, σαν ένας μηχανισμός πολύ καλοκουρδισμένος. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το έργο μιλάει για την παιδικότητα, για την αθωότητα, αλλά και για το χάσιμο της αθωότητας. Μιλάει για τη δύναμη που έχουν οι ιστορίες στη ζωή μας, τα παραμύθια, οι αφηγήσεις, για το πόσο τα έχουμε ανάγκη, για το πόσο μας επηρεάζουν ή τα επηρεάζουμε. Για τις σχέσεις και την αδυναμία σχέσεων, αλλά και το πώς άνθρωποι βλέπουν με διαφορετικό τρόπο ακριβώς το ίδιο πράγμα. Για την παιδική κακοποίηση, όχι σώνει και καλά τη σωματική, αλλά τα τραύματα της παιδικής ψυχής. Είναι ένα δοχείο ο «Πουπουλένιος» το οποίο έχει πολύ χώρο, όχι γιατί είναι ασαφές αλλά γιατί είναι πολύ σύνθετο και συμπυκνωμένο. Αυτό μας συναρπάζει και τους τέσσερις στο έργο, αλλά και έναν θεατή που θα του αφεθεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Ποτισμένο με βαθύ και ωραίο χιούμορ, ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη σκληρότητα.

Εντελώς αλλαγμένος επί σκηνής για τις ανάγκες του ρόλου σας;

Η δράση τοποθετείται σε ένα δικτατορικό, απολυταρχικό καθεστώς. Είμαι ένας από τους δύο αστυνομικούς που στο έργο έχουν συλλάβει και ανακρίνουν έναν συγγραφέα παράξενων παραμυθιών για ενήλικες, και όχι παιδιά, με θέμα πολύ συχνά τα παιδιά. Θέλουν να δουν τη σχέση του με κάποια παράξενα βίαια συμβάντα που έχουν γίνει στην περιοχή τους. Ένα χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι κρατάει ένα πρώτο επίπεδο αφήγησης, σχεδόν αστυνομικής, με σασπένς και για ώρα προσπαθείς να καταλάβεις «τι διάολο γίνεται εδώ πέρα». Θα μπορούσε να είναι και πολιτικό, όμως και αυτό είναι ένα παιχνίδι του ΜακΜτόνα που διαρκώς χρησιμοποιεί στοιχεία για να τα ανατρέψει αργότερα. Άκρως διασκεδαστικό, λεπτό δεν ησυχάζεις στην καρέκλα σου, κάτι που ήταν πρόθεσή μας και το διαχειριστήκαμε με αγωνία.

Σας ακούω ενθουσιασμένο. Θα επιλέγατε όμως αυτή τη δύσκολη χρονιά μια παράσταση που δεν θα σας άρεσε μόνο και μόνο για να μη μείνετε εκτός θεάτρου;

Θα σας είμαι απολύτως ειλικρινής. Κάνω αγώνα εδώ και χρόνια να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και να επιλέγω και να έχω και την τύχη να μπορώ να έχω επιλογές. Όμως ταυτόχρονα βιοπορίζομαι απολύτως από αυτή τη δουλειά. Δεν θα πω ποτέ ότι «όχι, αν δεν μου αρέσει κάτι δεν θα το κάνω». Εάν έχω μια επιλογή και τίποτα άλλο δεν μου προταθεί, εφόσον δεν προσβάλλει την αξιοπρέπειά μου, γιατί αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο, φυσικά και θα το κάνω και ας μου αρέσει λιγότερο. Θα παλέψω και θα το κάνω στην πορεία εξίσου ενδιαφέρον και σημαντικό για μένα, δεν θα το χειριστώ ως κάτι δεύτερης κατηγορίας. Δεν έχω τη δυνατότητα να πω «εντάξει δεν μου αρέσει, θα μείνω εκτός δουλειάς φέτος», βιοπορίζομαι από αυτό.

Η τηλεόραση είναι μέρος της ζωής σας;

Είναι μια περίοδος δύσκολη και η τηλεόραση γίνεται με όρους που εγώ δεν μπορώ να ακολουθήσω και οικονομικούς και εξαιτίας του οικονομικού. Οτιδήποτε έχει να κάνει με κάμερα, είτε είναι τηλεόραση ή κινηματογράφος, το οικονομικό παίζει τεράστιο ρόλο στην παραγωγή, πέρα από τις δικές μας απολαβές. Υπάρχουν, βέβαια, και οι εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα το «Σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς» που ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο εγχείρημα, που δεν έχανε σε ποιότητα, με πολύ λίγα λεφτά. Όμως συχνά το οικονομικό παίζει μεγάλο ρόλο. Μοιραία σε αυτή τη φάση της λειψυδρίας και ποιοτικά τα πράγματα είναι δύσκολα. Εκτός αυτού ακόμα και αν συνέβαινε κάτι που θα είχε ενδιαφέρον για εμένα, θα έπρεπε να αλλάξουν λίγο οι όροι για να είμαι μέρος του. Γιατί εγώ στη λογική της τηλεόρασης που λέει «δούλεψε τώρα και ίσως πληρωθείς σε κάνα δυο χρόνια» δεν μπορώ να συμμετέχω. Έχω και ηθικό, πέρα από το οικονομικό θέμα. Δεν είναι σωστό για το σύνολο να δουλεύει κάποιος τζάμπα. Είναι κοινωνικά λάθος στάση και αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα τέτοιο φλερτ. Δεν ψέγω κάποιον που το κάνει, όλοι προσπαθούν να ζήσουν, αν όμως κάποιος μπορεί να κάνει αλλιώς, καλό θα ήταν να το αποφύγει.

Η εικόνα της καθημερινότητας σας επηρεάζει; Χαράτσια, ανεργία, πείνα, άνθρωποι στον δρόμο…

Είναι ούτως ή άλλως θλιβερό. Είναι διαφορετικό το άνεργος και διαφορετικό το άστεγος, κάποιες φορές το ένα οδηγεί στο άλλο. Βέβαια, οι άστεγοι υπάρχουν χρόνια τώρα και αδιαφορούμε. Δεν υπάρχει μια εύκολη θέση ή τοποθέτηση γι’ αυτό. Πολύ συχνά μπορεί να λαϊκίσεις ή να γυρίσεις την πλάτη σε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα και δεν θέλω να το κάνω αυτό. Με βρίσκει αμήχανο και δεν είμαι από αυτούς που θα πουν «πόσο ωραία θα ήταν να κλείναμε τα μάτια μας και να γυρνούσαμε πίσω στο 2009». Το λέω γιατί δεν είμαι χαρούμενος, ούτε με γοήτευε το 2009 και προσπαθούσα να μη γίνω και μέρος όλου αυτού που γινότανε τότε. Δεν μου έλεγε τίποτα αυτό το «πάρτι του 2009» και το γεγονός ότι καταρρέει το συγκεκριμένο -όχι η εύρεση εργασίας και το γεγονός να ζει κάποιος με αξιοπρέπεια-, αλλά το φαιδρό σύστημα που είχε εγκαθιδρυθεί από τη δεκαετία του ’90 και είχε οργανωθεί μέσα στη δεκαετία του ’80, δεν με βρίσκει ιδιαίτερα λυπημένο, να πω την αλήθεια. Το γεγονός ότι αυτό συμπαρασύρει κόσμο που δεν φταίει και καταστρέφει την πραγματικότητα για μια γενιά που πάει σχολείο ή μόλις τέλειωσε το Πανεπιστήμιο είναι ανήθικο. Γι’ αυτή συγκεκριμένα τη γενιά, που οργανώθηκε για να ζήσει μια Α ζωή και ξαφνικά η ζωή αυτή έχει γίνει Ω, αισθάνομαι πολύ άσχημα. Καλό θα ήταν να το βουλώσουμε λίγο εμείς και ακόμα περισσότερο οι μεγαλύτεροι, που εξακολουθούν να έχουν γνώμη και πολλή άποψη γι’ αυτό που συμβαίνει. Δεν διακρίνω καν την ντροπή ή την αίσθηση της ευθύνης. Μήπως κάποιος αναπνεύσει από την απουσία όσων φταίνε και μας δείξει έναν δρόμο. Η πολλή γνώμη, λοιπόν, «μας μάρανε», θα ήταν ίσως πιο σοφό να σταθεί αυτή η κοινωνία με σκυμμένο το κεφάλι και να μην έχει έτοιμες απαντήσεις σε αυτούς που είναι 18 και 19 ετών.

 17

info

«Μια φορά κι έναν καιρό…», «Ο Πουπουλένιος», το συνταρακτικό θρίλερ του Ιρλανδού συγγραφέα Μάρτιν ΜακΝτόνα, φέρνει μαζί επί σκηνής τους Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Νίκο Κουρή, Οδυσσέα Παπασπηλιώπουλο και Γιώργο Πυρπασόπουλο. Τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Στο Θέατρο «Αθηνών».

 

Be the first to comment!
 
Leave a reply »