335 views 0 comments

Νικόλαος Χατζηνικολάου: Το «χωριατόπαιδο» από το Διδυμότειχο που έγινε πρωταγωνιστής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

by on Σεπτέμβριος 23, 2018
 

Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΓΑ

Έφυγε από τη ζωή, στα 96 του χρόνια, ο διακεκριμένος τενόρος της Λυρικής, Νίκος Χατζηνικολάου, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες λυρικούς τραγουδιστές, με καταγωγή από το Διδυμότειχο Έβρου.
Ήταν βασικός τενόρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έως και την δεκαετία του ’80 και είχε διαπρέψει σε κορυφαίους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Είχε ερμηνεύσει περισσότερους από σαράντα πρώτους ρόλους σε ισάριθμες όπερες. «Τροβατόρε», «Οθέλλος», «Αΐντα», «Μάκβεθ», «Η δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι, «Τόσκα» και «Μποέμ» του Πουτσίνι, «Δον Τζιοβάνι» του Μότσαρτ, «Φάουστ» του Γκουνό, «Κάρμεν» του Μπιζέ, «Το δαχτυλίδι της Μάνας» του Μανώλη Καλομοίρη, «Ηρώ και Λέανδρος» του Ανδρέα Νεζερίτη, είναι ορισμένες από τις σημαντικότερες όπερες στις οποίες πρωταγωνίστησε εντυπωσιάζοντας κοινό και κριτικούς. «Οι υψηλές νότες του είναι εντυπωσιακές», «διαυγής, σταθερός τονικά και με φωνητική ευεξία», «μελωδικό φραζάρισμα, βελουδένια φωνή, τονική ακρίβεια», «η φωνή του βρίσκει όλη την έκφραση, το θερμό τέμπο και τη διαύγειά της πιο άνετα σε μεσαίες, λεπτεπίλεπτες εντάσεις» είναι ορισμένα από τα σχόλια των εφημερίδων της εποχής για τη φωνή του μεγάλου έλληνα τενόρου.
Τον συνάντησα, πριν από χρόνια, το 2009, στο σπίτι του, στην Αθήνα, και συζητήσαμε για τις αναμνήσεις που είχε από τον Έβρο και το Διδυμότειχο, για τη μεγάλη προσφορά του στο λυρικό θέατρο, για τους σπουδαίους πρωταγωνιστικούς ρόλους που έχει ερμηνεύσει, για τους σημαντικούς σταθμούς της καριέρας του.

Γεννηθήκατε στο Διδυμότειχο. Τι αναμνήσεις έχετε;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Διδυμότειχο, όπου έζησα μέχρι 20 χρονών. Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Πηγαίναμε στο ποτάμι (Ερυθροπόταμος), κολυμπούσαμε, παίζαμε ποδόσφαιρο με υφασμάτινες μπάλες. Εκεί έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Από εκεί άρχισε η καριέρα μου. Θυμάμαι, ήμουν μαθητής στην Έκτη Δημοτικού όταν με επέλεξαν σε μια γιορτή του σχολείου να τραγουδήσω τον «Γερο Δήμο». Στη συνέχεια, όταν ήμουν μαθητής στην Πρώτη Γυμνασίου, ένας πολύ καλός μουσικός από το Σουφλί, ο Γιώργος Τσιτσιπάπας, που διατηρούσε μαντολινάτα με παρότρυνε να τραγουδήσω κλασικό ρεπερτόριο. Τότε τραγούδησα πρώτη φορά τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ και στη Δευτέρα Γυμνασίου ερμήνευσα την «Προσευχή» από την «Τόσκα» του Πουτσίνι.


Σε ποια ηλικία ασχοληθήκατε επαγγελματικά με την όπερα;
Σε ηλικία 27-28 χρονών. Μετά την Κατοχή έφυγα από το Διδυμότειχο και με την παρότρυνση πάλι του Γιώργου Τσιτσιπάπα και τη βοήθεια του φιλολόγου μου Μανώλη Ανδρόνικου (ο γνωστός αρχαιολόγος) ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω κλασικό τραγούδι. Γράφτηκα στο Εθνικό Ωδείο, στην τάξη Μονωδίας της Μαρίκας Καλφοπούλου. Τραγούδησα την άρια της τρίτης πράξης από την «Τόσκα» και ενθουσιάστηκαν τόσο ώστε με έκαναν δεκτό με υποτροφία. Στο Ωδείο σπούδασα πέντε χρόνια. Το 1955 πήρα το δίπλωμα Μονωδίας με άριστα μετ’ επαίνου. Ως σπουδαστής του Ωδείου, έδωσα εξετάσεις στην Εθνική Λυρική Σκηνή και προσελήφθην χορωδός. Σαράντα υποψήφιοι δώσαμε εξετάσεις για δύο θέσεις χορωδών. Πήγα και βρήκα τον διευθυντή της Σκηνής του Θεάτρου της Λυρικής Σκηνής και του ζήτησα να τραγουδήσω εγώ πρώτα για να μην παρατείνεται η αγωνία μου. Έδωσα εξετάσεις με την άρια του τενόρου από την όπερα του Πουτσίνι «Μαντάμ Μπατερφλάι». Μόλις τελείωσα πήγα να φύγω από τη σκηνή. Τότε ακούω από την πλατεία του θεάτρου τον διευθυντή να φωνάζει: «Μικρέ, μικρέ, πώς λέγεσαι;». Απάντησα: «Νικόλαος Χατζηνικολάου». «Εντάξει πήγαινε» ανταπάντησε. Στα παρασκήνια ένας παλαιός τενόρος, ο Μαυράκης, μου είπε: «Μικρέ, πέρασες». Από τους σαράντα πέρασα εγώ κι ένας άλλος. Έτσι άρχισε η καριέρα μου. Βρέθηκα ξαφνικά στη χορωδία της Λυρικής Σκηνής.
Σε ποια ηλικία;
Ήμουν κοντά στα 28. Έμεινα δύο χρόνια στη χορωδία, αλλά με είχαν αντιληφθεί γιατί είχα πάρει και το βραβείο στις εξετάσεις για το δίπλωμά μου και είχε αρχίσει να συζητείται ότι βγήκε καινούργιο ταλέντο από το Ωδείο. Θυμάμαι ότι ένας παλαιός τραγουδιστής, ο Επιτροπάκης, με χτύπησε στον ώμο και μου είπε: «Μικρέ, πάρε και μάθε δυο – τρεις όπερες απ’ έξω μόνος σου. Κάποιος θα αρρωστήσει, κάτι θα γίνει και θα μπεις εσύ, αν τραγουδήσεις καλά μια όπερα τελείωσε, θα μπεις στους πρωταγωνιστές» Έτσι, μελέτησα επισταμένως τρεις όπερες. Δύο χρόνια αργότερα, το 1957, πρωτοεμφανίστηκα ως σολίστ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς ερμηνεύοντας τον ρόλο του Έντουαρντ στην όπερα «Λουτσία του Λάμερμουρ» του Γκαετάνο Ντονιζέτι, που ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή. Ο κόσμος που είχε μάθει ότι κάποιο καινούργιο ταλέντο έρχεται να τραγουδήσει, έσπευσε να παρακολουθήσει την παράσταση και το χειροκρότημα που πήρα τότε ήταν ανεπανάληπτο. Την άλλη μέρα ο διευθυντής μου λέει: «Μπαίνεις πρωταγωνιστής στη Λυρική Σκηνή». Στο μεταξύ ήρθε ο Μοσχονάς, ο διάσημος μπάσος από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Αμερικής, για να ανεβάσει «Φάουστ» και ο διευθυντής της ΕΛΣ, ο Κωστής Μπαστιάς, του είπε: «Έχω έναν τενόρο, έλα να τον ακούσεις, αν δεν σου κάνει, θα φέρουμε άλλον». Ήρθε λοιπόν εκεί που έκανα πρόβες, με άκουσε και είπε στον Μπαστιά: «Πού τον είχες αυτόν;». Κι έτσι συμπρωταγωνιστήσαμε στον «Φάουστ». Αφού έκανα τις πρώτες έξι – επτά παραστάσεις ακολούθησε η μετάκληση ενός άλλου τενόρου, γιατί τότε τραγουδούσαμε εμείς πρώτα και στη συνέχεια έφερναν κι από το εξωτερικό. Έφεραν λοιπόν έναν τενόρο για να τραγουδήσει με τον Μοσχονά, αλλά στην πρώτη πράξη «έσπασε» η φωνή του, κάτι έπαθε και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Επρόκειτο να διακόψουν την παράσταση. Έτυχε τότε να περνάω έξω από το θέατρο και με φωνάζουν: «Χατζηνικολάου, πού πας;». «Τι συμβαίνει;» ρώτησα. «Ο τενόρος φρακάρισε, κλείνει το θέατρο». Μπαίνω και μόλις με είδε ο διευθυντής, καταϊδρωμένος φώναξε: «Πού είσαι και σε ψάχνουμε;». Απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη, παρά το ότι δεν είχα προετοιμαστεί για παράσταση εκείνη την ημέρα: «Φέρτε μου τα ρούχα αμέσως». Ντύνομαι στα παρασκήνια και μπαίνω στη δεύτερη πράξη. Βέβαια, ο κόσμος τα έχασε. Μόλις άρχισε η δεύτερη πράξη, μπήκα και συνέχισα σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Θυμάμαι τον Μοσχονά να μου ψιθυρίζει επί σκηνής: «Βρε μπαγάσα, πού ήσουν;». Κάναμε αυτή την παράσταση, ο κόσμος ενθουσιάστηκε και αυτό λειτούργησε ως εφαλτήριο για τη συνέχεια της καριέρας μου. Μετά ερμήνευσα «Το ελιξίριο του έρωτα», «Τόσκα», «Τροβατόρε», περίπου σαράντα όπερες. Στην ιστορία της Λυρικής Σκηνής δεν έχει ερμηνεύσει άλλος καλλιτέχνης τόσα έργα.


Ποιον θεωρείτε τον σημαντικότερο ρόλο που έχετε ερμηνεύσει στην πολυετή καριέρα σας;
Σε όλα αυτά τα έργα, πάντα ήμουν ο πρωταγωνιστής, ο πρώτος τενόρος. Προτιμούσα όμως τον Βέρντι .
Τι σας πήγαινε στη φωνή;
Ήμουν λυρικοδραματικός τενόρος.
Δηλαδή σας συγκινούσαν περισσότερο οι ρομαντικοί ρόλοι ή οι ηρωικοί;
Και οι ηρωικοί και οι ρομαντικοί ρόλοι. Δεν τραγουδούσαμε ό,τι θέλαμε εμείς. αλλά όποια έργα επέλεγε το θέατρο.
Τι άλλο θα θέλατε να έχετε ερμηνεύσει; Υπάρχει κάποιο έργο που θα θέλατε να έχετε παίξει;
Όχι, όλα τα έργα που ήθελα τα έχω παίξει.
Ποια ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία σας;
Στην όπερα «Λουτσία του Λάμερμουρ», ως χορωδός, και αμέσως μετά αναβαθμίστηκα σε πρωταγωνιστή.
Δουλεύατε πολλές ώρες;

Κάθε καινούργιο έργο χρειαζόταν ενάμιση μήνα εκμάθησης. Αρχίζαμε με ατομική προγύμναση υπό τη συνοδεία πιάνου και συνεχίζαμε ομαδικά με την ορχήστρα του θεάτρου.
Ποιους θεωρείτε τους σημαντικότερους σταθμούς στην καριέρα σας;
Σημαντικός σταθμός της καριέρας μου ήταν το καλοκαίρι του 1958 όταν έκανα το ντεμπούτο μου στο Ηρώδειο με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ. Στο Ηρώδειο έδωσα κι άλλες παραστάσεις και τραγούδησα με πολλούς σημαντικούς ξένους τραγουδιστές, όπως στον «Οθέλλο» με τον Τίτο Κόμπι, πρωταγωνιστή της Ιταλίας, και άλλους.
Έχετε παίξει και εκτός Ελλάδος;
Όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές που έρχονταν, δηλαδή οι μπάσοι, οι βαρύτονοι, από το εξωτερικό με άκουγαν και μου έλεγαν: «Μένεις ακόμη στην Αθήνα και δεν έρχεσαι στην Ευρώπη;». Μια φορά, ο Μπαστιάς κάλεσε τον Ανσαλόνε, τον μεγαλύτερο ιμπρεσάριο, που πήγαινε στα θέατρα τους μεγάλους πρωταγωνιστές, και του είπε: «Έχω έναν τενόρο. Θέλεις να τον ακούσεις και να μου πεις τις εντυπώσεις σου;». Μου τηλεφωνούν τον Φεβρουάριο και με ξυπνάνε στις έξι το πρωί. Ρωτάω: «Τι συμβαίνει;». Ήταν μια κοπέλα και μου λέει: «Κύριε Χατζηνικολάου, επιθυμία του διευθυντή είναι να είστε σε μία ώρα στη Σκηνή». «Τι συμβαίνει;». «Δεν ξέρω». Ντύνομαι, πηγαίνω στη Σκηνή και βλέπω τον πιανίστα με διάφορα βιβλία από όπερες. Μου ζήτησε να τραγουδήσω. Λέω: «Tι συμβαίνει;». «Ξέρω κι εγώ; Κι εμένα με φώναξαν εδώ να παίξω». Έρχεται ο διευθυντής και μου λέει: «Κύριε Χατζηνικολάου, με συγχωρείτε που σας φώναξα τόσο πρωί. Αν είναι δυνατό να μας πείτε δυο – τρεις άριες. Αν δεν μπορείτε, δεν πειράζει». «Κύριε γενικέ, τώρα που με φέρατε, πάμε». Ο Ανσαλόνε είχε πει στον διευθυντή ότι ήθελε έναν τενόρο γιατί την επομένη είχε παράσταση στη Ρώμη και ο τενόρος του είχε αρρωστήσει. Του είπα τέσσερις άριες. Μου λέει: «Εντάξει, ευχαριστώ πολύ». Σηκώνω το χέρι και λέω: «Κύριε γενικέ, τώρα αρχίζω». Τραγούδησα άλλες έξι άριες. Το βράδυ, ένας από τους μαέστρους της Λυρικής, ο αείμνηστος Παρίδης, μου λέει: «Μικρέ, έσκισες το πρωί. Ξέρεις ποιος ήταν πίσω; Ο Ανσαλόνε. Σε «πούλησε» ο διευθυντής. Όταν ο Ανσαλόνε είπε στον Μπαστιά, «αυτόν τον παίρνω», εκείνος του απάντησε: «Μη μου τον παίρνεις γιατί θα μου κλείσεις το θέατρο. Τραγουδάει όλες τις όπερες. Όπου και να τον βάλουμε είναι σίγουρος».
Η όπερα είναι ιδιαίτερα απαιτητική τέχνη;
Το πρώτο που θέλει η όπερα είναι η φωνή. Φωνή, φωνή, φωνή. Αν δεν έχεις φωνή… Επίσης πρέπει να έχεις ρομαντισμό, για να μπορείς να αφομοιώσεις αυτά που σου δείχνει ο σκηνοθέτης. Και να έχεις ένα χρώμα, να τραγουδάς γλυκά, με φράσεις, όλα.
Εσείς τα διαθέτατε όλα αυτά;
Ναι, τα είχα.


Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό σας γνώρισμα που άρεσε;
Σε ορισμένες νότες, συνήθως στο ψηλό ρετζίστρο, όταν το έκρινα αναγκαίο ξεκινούσα φορτίσιμο και σταδιακά έσβηνα μέχρι να φτάσω στο πιανίσιμο. Αυτό το διδάχθηκα από μεγάλους Ευρωπαίους τενόρους με την ακουστική μελέτη ηχογραφημένων παραστάσεών τους.
Ποιο είναι το μυστικό για έναν τενόρο ώστε να διατηρεί την υγεία της φωνής του και να τραγουδάει για πολλά χρόνια;
Πρώτα απ’ όλα, καλή ζωή. Να μην καπνίζεις, να μην πίνεις πολύ. Να κοιμάσαι σωστά, να μελετάς πολύ. Εγώ δεν κάπνισα ποτέ στη ζωή μου. Ασχολούμουν πάντα και με τον αθλητισμό. Ήμουν και είμαι χειμερινός κολυμβητής, κρατιόμουν γερά.
Για έναν τραγουδιστή της όπερας, αρκεί μόνο να έχει σπουδαία φωνή ή χρειάζεται κάτι περισσότερο;
Χρειάζεται να έχει προσωπικότητα, ταλέντο, φωνή, αλλά να έχει και ψυχή.
Πώς κρίνετε το κοινό της όπερας στην Ελλάδα, ο Έλληνας είναι εξοικειωμένος με την όπερα;
Είναι μάλλον πολύ εξοικειωμένος. Τώρα θα μου πείτε ότι τα μπουζούκια έχουν περισσότερο κόσμο, αλλά και το θέατρο είναι πάντα γεμάτο.

Είχατε μεγάλο κοινό;
Βέβαια είχα μεγάλο κοινό. Ξέρετε, όμως, ήμουν ένας άγνωστος από τον Έβρο και αυτό δεν μου το… συγχωρούσαν. Όχι λόγω Έβρου, αλλά επειδή ήμουν άγνωστος. Με είχαν για χωριατόπαιδο. Επικράτησα όμως. Έπαιξα και πρωταγωνίστησα για περισσότερα από 35 χρόνια. Υπήρχαν και άλλοι καλοί, αλλά εγώ πρόσεχα τη δουλειά μου. Από εκεί και πέρα, οι μαέστροι είχαν τον πρώτο λόγο. «Ποιος θα τραγουδήσει; Αυτός, αυτός κι αυτός». Και όλοι ήθελαν εμένα γιατί ήταν σίγουροι για μένα.
Ήρθε ποτέ να σας ακούσει κάποια προσωπικότητα;
Ήρθαν πρωθυπουργοί, ο Καραμανλής ήρθε και με συνεχάρη. Με τον Μοσχονά που κάναμε τον «Φάουστ», μας κάλεσαν η Φρειδερίκη και ο βασιλιάς να με συγχαρούν. Έρχονταν και πολλοί υπουργοί στο καμαρίνι και μου έδιναν συγχαρητήρια.
Έπειτα από τόσα χρόνια λαμπερής καριέρας πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας;
Επιτυχημένο. Από το Διδυμότειχο άρχισα από το άλφα και στην Αθήνα έφτασα στο ωμέγα. Αισθάνομαι υπερήφανος που κατάφερα μόνος μου, με τις δικές μου δυνάμεις στη δουλειά μου, στη μελέτη μου και στο τραγούδι να πάρω αυτή τη θέση του πρώτου τενόρου, του πρωταγωνιστή.
Περισσότερο από τριάντα πέντε χρόνια ήσαστε βασικός πρωταγωνιστής στη Λυρική Σκηνή και συνεργαστήκατε με μεγάλα ονόματα, Έλληνες και ξένους. Θυμάστε κάποιους από αυτούς;
Από ξένους θυμάμαι τον Άλτο Πρόντι, που ήταν ο καλύτερος βαρύτονος στη Σκάλα του Μιλάνου, τον Ρουμάνο Χερλέα, βαρύτονο επίσης, παίξαμε μαζί «Τροβατόρε», τον Τίτο Κόμπι που παίξαμε «Οθέλλο» στο Ηρώδειο, τον Γκιουζέλεφ από τη Βουλγαρία, τον Βίκερς, τη Μαρτσέλα Πόμπε. Από Έλληνες θυμάμαι τη Ζωή Βλαχοπούλου, τη Σούλα Γλαντζή, τη Μαρία Κερεστεντζή, την Κική Μορφονιού, τον Κώστα Πασχάλη.
Τόσα χρόνια που ήσαστε στη σκηνή είχατε συμπαράσταση από την οικογένειά σας;
Κοίταξε, το ότι παντρεύτηκα ήταν μια επιτυχία. Η σύζυγός μου είναι γιατρός και τη λένε Άννα. Κάναμε μια κόρη, τη Μάρθα, η οποία είναι δικηγόρος. Αυτά όλα τα θεωρώ επιτυχία. Μια οικογένεια 35 χρόνια και είμαστε αγαπημένοι. Έχω κι ένα σπίτι στον Λυκαβηττό, που βλέπει όλη την Αθήνα και την Πάρνηθα. Όλα αυτά παίζουν ρόλο για τη γαλήνη. Νιώθω γεμάτος. Έχω πετύχει. Ξεκίνησα ξυπόλυτος που λένε και έφτασα εδώ, έγινα πρίγκιπας…

Βιογραφικό:

Τενόρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Γεννήθηκε το 1922 στο Διδυμότειχο. Το εξαιρετικό φωνητικό ταλέντο του ανακαλύφθηκε κατά τα γυμνασιακά του χρόνια από τον Γιώργο Τσιτσιπάπα, έναν φιλόμουσο Σουφλιώτη, που δίδασκε αφιλοκερδώς μουσική στα παιδιά.

Το καλοκαίρι του 1958 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού ως Πυλάδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ.
Πρωταγωνίστησε για τριάντα και πλέον χρόνια στην Εθνική Λυρική Σκηνή και ως πρώτος τενόρος ερμήνευσε περισσότερους από 40 κορυφαίους ρόλους σε ισάριθμες όπερες. Συνεργάστηκε με κορυφαία ονόματα του διεθνούς καλλιτεχνικού χώρου.
Ενώ του δόθηκαν ευκαιρίες για μια λαμπρή σταδιοδρομία στο εξωτερικό, εκείνος προτίμησε να προσφέρει το φωνητικό του ταλέντο στην πατρίδα μας, ως μόνιμο πρωταγωνιστικό στέλεχος του μοναδικού λυρικού θεάτρου της χώρας.
Για την προσφορά του στο Λυρικό Θέατρο η ελληνική πολιτεία τού χορήγησε τιμητική σύνταξη. Τιμήθηκε από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής και ενόσω ζούσε στο Διδυμότειχο.  Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΒΟΡΕΑΣ»το 2009(τεύχος 50)

Be the first to comment!
 
Leave a reply »