370 views 0 comments

Ο σκοτεινός και ο φωτεινός κόσμος του Διαμαντή Αξιώτη σε έντεκα ηδυπαθή αφηγήματα

by on Φεβρουάριος 7, 2018
 

«Ραγίζω. Στο είπα πως είμαι στρογγυλός, σαν μια ξύλινη υδρόγειο»

Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΓΑ

Έντεκα αφηγήματα διπλής όψεως, όπου το ένα μισό αντικατοπτρίζει τη σκοτεινή, άγρια πλευρά της ανθρώπινης φύσης που βουλιάζει στη λάσπη του ένστικτου και επιζητεί να αυτοκαταστραφεί στη δίνη του πάθους, ενώ το άλλο μισό διανύει τις φωτισμένες πεδιάδες της λογικής, επιχειρώντας να απλωθεί ως το βάθος του ουρανού, συνθέτουν το βιβλίο του Καβαλιώτη συγγραφέα Διαμαντή Αξιώτη με τίτλο «Το μισό των Κενταύρων», που επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» (Πρώτη έκδοση: Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1990).
Ο συγγραφέας επιλέγει τον Κένταυρο ως σύμβολο αυτού του διπλού κόσμου για να υποδηλώσει το έλλογο που συνδέεται ακατάλυτα στο ίδιο σκαρί με το άλογο. Αφήνει, λοιπόν, στον αναγνώστη να ανακαλύψει σ’αυτά τα αφηγήματα ποια μισή φύση κυριαρχεί, ποιος κόσμος κατορθώνει να εκφραστεί και να επιβιώσει σ’ ένα παιχνίδι όπου τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο και τίποτα δεν έχει μόνο μία όψη.
Ο Διαμαντής Αξιώτης εκφράζεται για τον διπλό του κόσμο με λέξεις σμιλεμένες ενός ανθρώπου που περιπλανήθηκε σε στέρνες μιας πλούσιας, αλλά ωστόσο ανέγγιχτης παράδοσης, για να χαθεί στη συνέχεια με ταχύτητα σε φωτισμένες σύγχρονες λεωφόρους, από όπου ακροάστηκε και μας μεταφέρει τον παλμό της εποχής μας.

«Τα έντεκα αφηγήματα των Κενταύρων, τα «διπλής όψεως», όπως χαρακτηρίστηκαν, κυκλοφόρησαν αρχικώς από τις εκδόσεις Παρατηρητής –εκδόσεις, εξαίρετο λογοτεχνικό περιοδικό, ραδιόφωνο- το 1990. Όταν –μετά από 27 χρόνια!- το καλοκαίρι του 2016 μου τηλεφώνησε ο εκδότης του τότε Παρατηρητή και νυν των εκδόσεων Επίκεντρο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, για να μου προτείνει την επανέκδοσή τους. Πρωτίστως ξαφνιάστηκα. «Αντέχουν», με ενθάρρυνε, πλημμυρίζοντάς με από ικανοποίηση, υπερηφάνεια και δικαίωση. Άλλωστε αυτό δεν είναι το ζητούμενο για ένα, όποιας μορφής, πόνημα; Η αντοχή του στον χρόνο. Αυτός ο μέγας κριτής.», λέει ο συγγραφέας μιλώντας στην artpress-παραμεθόριες ματιές στον πολιτισμό για τα συναισθήματα που νοιώθει για την επανέκδοση του βιβλίου του.

Κύριε Αξιώτη, 27 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση,  τα αφηγήματα αυτά παραμένουν επίκαιρα στην εποχή μας;
Νομίζω ναι, με το δικό τους ιδιαίτερο και τραχύ τρόπο. Κοινός τόπος ανάμεσα στις ιστορίες τού βιβλίου είναι ο έρωτας πέρα από τα όρια, άμετρος και απροκάλυπτος. Το ακριβώς αντίθετο κάθε κοινοτοπίας, αυτός παραμένει παραβατικός.. Είναι εμφανής η διαρκής αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας. Ομηρικής έμπνευσης όλα. Συνοδευόμενα από μιαν αχλή που φέρει έναν μυστηριακό εσωτερικό κόσμο, αυστηρό και απόρθητο. Από την άλλη, όλα τα αφηγήματα έχουν προσωπική αφετηρία. Είναι βιωματικά, εμπειρικά, όμως όταν η Τέχνη έρχεται να παραλάβει τη σκυτάλη να μετασχηματίσει το υλικό, τότε το προσωπικό γίνεται συλλογικό. Στο «Μισό των Κενταύρων» τα πάντα ρέουν μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει τις καινούργιες-ιδιαίτερες λέξεις που χρησιμοποιώ, μπολιάζοντας τα αρχαία ελληνικά με τα νέα, μέσω της Ιστορίας, της μυθολογίας και της τεκμηρίωσης. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία βοηθούν να κατανοήσει κανείς όχι μόνο τον πραγματικό κόσμο αλλά και την έννοια του υπερβατικού, όπως και τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο. Είναι επιδιωκόμενη η περιπλάνηση και η περιγραφή γεωγραφικών τόπων του Βόρειου χώρου όπου ζω. Είτε αναφέρομαι στα λουτρά των Φιλίππων είτε στη θεότητα της Θάσου, στην Ανατολική Μακεδονία και στην πολύπαθη Θράκη. Περικλείοντας τη φύση με τον άνθρωπο, τον έρωτα με τα ζωώδη ένστικτα, την ιστορία με τη μυθολογία. Χρόνοι όπως παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας κι ενεστώτας παίζουν με συναισθήματα, με ορμέμφυτα-παρορμητικές συμπεριφορές, με τη Σαλονίκη και την Αλεξανδρούπολη.


Ποιος είναι ο διπλός κόσμος του Διαμαντή Αξιώτη;
Αυτός των Κενταύρων, όμοιος και απαράλλακτος. Αυτός που, ευτυχώς, παραμένει αναλλοίωτος από τον χρόνο, αποδεικνύοντας τις αντοχές του. Σχοινοβατεί μεταξύ του έλλογου και του άλογου, στοιχεία που, από γεννήσεως κόσμου, συνυπάρχουν στο ίδιο ανθρώπινο σκαρί. Αυτή η συνύπαρξη είναι η καταδίκη και η ευλογία μας. Εδώ επικαλείται η δημιουργία της γραφής να οδηγήσει τα συναισθήματά μας μέσα από διαδρομές σε χρόνους και τόπους περασμένους και σύγχρονους, που απαιτούν και χαρίζουν. Τη μέθη και τη μέθεξη. Το ίδιο με την ιδιότητα των μυθικών Κενταύρων, η μία όψη μας είναι η σκοτεινή πλευρά της φύσης μας και η άλλη η φωτισμένη, όχι κατ’ ανάγκη και «καθαρή». Ουσιαστικά, είμαστε πλασμένοι από έναν κορμό με τον άνδρα και τη γυναίκα σε περιπετειώδεις εξωτερικές και εσωτερικές αναζητήσεις και τους δορυφόρους του. Ο περίγυρός μου ας με πλησιάσει με ανοικτές όλες τις αισθήσεις του, ώστε να αφομοιώσει ό,τι δύναται, να θρέψει ό,τι πεινασμένο τού ζητάει «τροφή».

Δείγμα γραφής:
Σάπισε το μυαλό της όταν έφυγε ο αγαπητικός της θάλασσας στο πρώτο κάλεσμα των πόντων και δε γύρισε ποτέ. Κι ας έφαγε απ’ τις χούφτες της σπόρους σκληρούς και στυφούς από ρόδι, να παντρέψει έτσι τους κόσμους της θάλασσας με της στεριάς. Ο ήχος του ξύλου που γερνάει κι ο αχός των αντικειμένων που εξατμίζονται την έδιωχναν απ’ το σπίτι. Δεν την κρατούσαν πια οι γυάλες με τα χρυσόψαρα και το θαλασσινό νερό με τα κοχύλια και τα βότσαλα. Καβάλα στο μικρό Αρκάδα, ταξίδευε σε θάλασσες άγνωστες και βούλιαζε στην αναζήτηση. Έμπαινε σε λιμάνια αφανέρωτα, να την κουρσέψουν ναύτες και πειρατές, λαθεμένη πορεία πάντα, που άρχιζε απ’ το δρόμο του σπιτιού της, περνούσε απ’ το καφενείο των Μουσών και τέλειωνε στη χερσόνησο από γρανίτη, στην άκρη του κόσμου. Έταζε στην Παναγιά Θαλασσινή και στην Αφρογενή Αφροδίτη ασημένια καραβάκια, χέρια και πόδια και καρδούλες, τα μαλλιά της και τα μάτια της.

Κατέβαινε στο λιμάνι και μετρούσε τα πλεούμενα που περνούσαν στ’ ανοιχτά, και φώναζε τα πληρώματα με το μικρό τους όνομα, για όλους το ίδιο. Η φωνή της έσκαβε τη θάλασσα και πετούσε πέτρες να πληγώσει τις νύχτες, να ματώσει τις μνήμες της, έτσι να βουλιάξει τον πόθο που τη φλόγιζε. Έμπαινε στη θάλασσα κι έπαιρνε τα μαλλιά της το κύμα, κι άρχιζε το τραγούδι τ’ αλμυρό από τ’ αλάτι που στέγνωνε στρώματα-στρώματα στο κοίλωμα του ουρανίσκου της. Έτσι άρχισαν ν’ αστράφτουν υποψίες απ’ τα πρώτα ασημένια λέπια στο κορμί της, να παίρνει σχήμα το δίχαλο της ουράς της. Άλλαξε και νόμισε πως κανένας δεν τη γνώριζε, πως μπορούσε ν’ αρχίσει να νοιώθει καινούρια μίση. Έτσι χάθηκε απ’ την πόλη για χρόνια, από τον κόσμο όλο, λες και περίμενε την εφηβεία σου για να γυρίσει πίσω.
(Απόσπασμα από το βραβευμένο αφήγημα «Το πέρασμα της γοργόνας»)

Ο Διαμαντής Αξιώτης γεννήθηκε στην Καβάλα, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, συλλογές διηγημάτων, ανθολογίες ποίησης και διηγήματος, τέσσερα μυθιστορήματα. Υπεύθυνος, επί σειρά ετών, ραδιοφωνικών εκπομπών και έκδοσης λογοτεχνικών περιοδικών. Κείμενό του συμπεριλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη των κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στα αναγνωστικά της Β’ Γυμνασίου. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων.
(φωτογραφία: Γιάννης Τσίγκας)

Be the first to comment!
 
Leave a reply »