530 views 0 comments

Τα ποιήματα της Κυριακής

by on Απρίλιος 7, 2018
 

Επιμέλεια Χρήστος Βασματζίδης

Στα ποιήματα της Κυριακής ο Δημήτρης Αγγελής (με την ποιητική συλλογή «Σχεδόν Βιβλικά», Εκδόσεις Πόλις, 2017).

Υποδοχή: «”Κάθε έργο τέχνης είναι μία μοναξιά υπό κατασκευή”, είπε ο Θεός μες στο ιδιωτικό του σκοτάδι πριν αρχίσει την εξαήμερο Δημιουργία». Είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής του Δημήτρη Αγγελή «Σχεδόν Βιβλικά» από τις Εκδόσεις Πόλις. Η δημιουργία είναι ένα έργο τέχνης φτιαγμένο από τα υλικά της θεϊκής μοναξιάς, ή αλλιώς, όπως το ΄χε πει ο Οδυσσέας Ελύτης, «αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα». Είκοσι ένα ποιήματα που δεν απεικονίζουν μόνο τη μορφή της μοναξιάς που τα παρήγαγε αλλά και την υπερβαίνουν. Η Δημιουργία εδώ εκλαμβάνεται ως η ενότητα του απέραντου χρόνου που ενοποιεί λέξεις, σύμβολα, ήρωες βιβλικούς, ανθρώπους καθημερινούς, χρώματα και γεγονότα στο πλαίσιο μιας υπερ/πραγματικότητας. Συμβολικής μέσα στον αέναο ρεαλισμό της. Μία ενέργεια που τείνει προς το ανέφικτο, αφού δεν είναι δυνατό να συλληφθεί με τα μέτρα της ανθρώπινης νόησης. Πώς να συλληφθεί αυτή η creatio ex nihilo, πώς να συλληφθεί το “ιδιωτικό σκοτάδι” το εργαστήριο του των απάντων Κτίστη;
Η ποίηση είναι ο τρόπος. Ο δημιουργός – μαέστρος με τον ιδιότυπο υπερρεαλιστικής καταγωγής λυρισμό του φτιάχνει τοπία για να κατοικήσει το αιώνιο “τώρα” . Εκεί όπου «κάθε απόγευμα ένα κήτος ξεβράζει τον Ιωνά που αναγγέλλει τη σωτηρία μας», ή εκεί όπου «κάθε εγκυμονούσα γυναίκα είναι μια κλεψύδρα και ο κύριος Νώε με την κιβωτό του». Και όπως κάθε δημιουργός που σέβεται τον εαυτό του, μένει με τη γραφομηχανή του στο άδειο διαμέρισμα, ακούγοντας τη φωνή του Θεού διά του Πολωνού συνθέτη Χένρικ Γκορέτσκι στη συμφωνία «των Θρήνων», γιατί μόνο αυτός μπορεί να είναι ο μελωδικός εγγυητής ενός κόσμου που ήταν πλασμένος για την αθωότητα.
Αθωότητα είναι η προσέγγιση της λήθης. «Το σύννεφο έσταζε έξω απ’ το κάδρο. Εκεί είχε ακουμπήσει ο κουτσός την πατερίτσα του. Εκεί είχε παρατήσει το παιδί το ποδήλατό του. Τώρα πια θα έχουν όλα βουλιάξει στη λήθη…». Το αιώνιο παζάρι των ευτελών που χωρίς την άδειά μας χωνεύονται στο ληθοκάζανο. Και κάπως έτσι δημιουργεί ο καλλιτέχνης αιωνιότητες, κάνοντας ποίηση με τον «συσκευασμένο γύψινο Ιησού», τον εσταυρωμένο ιχθύ και τον αέρα γεμάτο χνουδωτά αλεξίπτωτα από τις πικραλίδες.
Αθωότητα όμως βρίσκει κανείς και στην ομολογία «Κουραστήκαμε να κοιτάζουμε τοπία του Χόπερ» ή στην διαπίστωση ότι «Απ’ την πλευρά του Χειμώνα μας έπλασε ο Θεός». Μήπως η τόσο διαλεχτή και τραγουδισμένη δημιουργία δεν είναι παρά μία νομοτελειακή κατάσταση; «Πάντα θα νυχτώνει και θα γίνεται πρωί», λέει ο ποιητής και συνεχίζει «αφού έτσι ήρθαμε στον κόσμο», επεμβαίνοντας μοιρολατρικά στη σύνθεση του δημιουργικού οίστρου.
Με την ποίηση του Δημήτρη Αγγελή βρισκόμαστε σε μία Βαβέλ λεκτικής εικονοποιίας. Μόνο που σε αντίθεση με τη αλληγορική αφήγηση, δεν προκαλείται σύγχυση αλλά μία νοηματική εμπειρία υψηλού βαθμού που παντρεύοντας το παράδοξο με τη λογικότητα, μας οδηγεί σε μία ποιητική «ουτοπία». Σχεδόν βιβλική. Με τα σημαίνοντα (τις λέξεις της Βαβέλ) φτιάχνεται ο νέος κόσμος. Μία νέα δημιουργία, μία νέα πόλη («πάνω από τα σύννεφα της πόλης μας υπάρχει μια άλλη πόλη δεμένη με σκοινιά»), εκεί όπου θα συναντήσουμε τον Κάφκα, θα διαβάσουμε το Βιβλίο της Ρουθ, θα εντυπωσιαστούμε από το Άσμα Ασμάτων του ποιητή, θα δούμε τον Μπέλα Ταρ καβαλάρη (θεέ μου τι εικόνα) ή τον Γιόζεφ Ροτ με τον Ιώβ του, θ’ ακούσουμε έναν απόηχο της Σωτηρίας Μπέλλου και θα προβληματιστούμε συνειρμικά για το Άλεφ το πρώτο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου και τα σημαινόμενα των παρατεταγμένων αριθμών και τη μυρωδιά του καμένου δέρματος.
Μουσική Διάθεση: Henryk Gorecki Symphony No.3, Op.36 (Symphony of Sorrowful Songs)

4.
Κάθε ἐγκυμονοῦσα γυναίκα εἶναι μιά κλεψύδρα κι ὁ κύριος Νῶε μέ τήν κιβωτό του. Φωνάζει κάτω ἀπ’ τά χάλκινα παράθυρά μας, χτυπάει τίς χάλκινες πόρτες μας ἀλλά κανείς δέν θέλει να ταξιδέψει μαζί του ἐκτός ἀπ’ τή Μαντόνα τῶν ψαριῶν- ὅμως αὐτή δέν μετράει γιατί εἶναι πίνακας τοῦ Ραφαήλ.
Κάθε παιδική ἡλικία εἶναι ἡ ἀναπόφευκτη θυσία ἑνός Ἰσαάκ ἤ ἑνός κριαριοῦ,
ἀνάλογα μέ τό ζητούμενο τῆς ψυχανάλυσης πρίν τή διακόψει τό τηλεφώνημα τοῦ συνοικιακοῦ ἐκδοροσφαγέα.
Κάθε γωνιά τοῦ ἐφηβικοῦ μας κήπου εἶναι ἡ πρασινάδα ἑνός ἀναρριχώμενου κισσοῦ πού μπορεῖ νά κρύβει τό γυμνό λουτρό μιᾶς Βηθσαβεέ. Μιά νυχτοπεταλούδα μᾶς ἀγγίζει στιγμιαῖα τό γόνατο κι ἀνατριχιάζουμε.
Κάθε πέλαγος πού διασχίζουμε εἶναι ἡ Ἐρυθρά Θάλασσα καί ξοπίσω μας πνίγονται ἕνα πρωί στρατιές Αἰγυπτίων. Χιλιάδες οἱ ἀγνοούμενες στιγμές, γράφουν οἱ δημοσιογράφοι συντετριμμένοι κι ἀποθέτουν λουλούδια στόν τάφο τῆς Μαντάμ Τυσσώ.
Κάθε σταύρωσή μας εἶναι ὁ ἀπαγχονισμός ἑνός Ἰούδα πού ἄδειασε καί μιά μητέρα πού κλαίει. Μιά μητέρα πού κλαίει εἶναι ἕνας κόσμος πού τελειώνει. Δέν ἔχεις πιά κλειδί γιά τό ἄγαλμα κι ἡ μοναχική φωνή τοῦ τζιτζικιοῦ ξέρεις πώς θά σωπάσει. Ἡ αποβάθρα γεμίζει πράσινες βαλίτσες. Ὁ κύριος Νῶε ἀνοίγει τήν ὀμπρέλα του καί φεύγει μέσα στήν ἀτέλειωτη νεροποντή τοῦ Χέντρικ Γκορέτσκι.
Κι ὁ Χένρικ Γκορέτσκι δέν εἶναι παρά ἡ ἐπίσημη φωνή τοῦ Θεοῦ πού φυτεύει χρυσούς σπόρους ροδιοῦ στά νερά, πρίν ἀποδώσει τόν κόσμο ξανά στήν ἀθωότητα.

Marc Chagall ,    «La creation de l’ homme»

 

10.
Ἔβραζε ὁ τόπος. Τρεῖς ἄνθρωποι ἐμφανίστηκαν ἀπό τό πουθενά μέσα στό κάμα τοῦ μεσημεριοῦ. Τούς κέρασα νερό καί ψωμί καί μέ εὐλόγησαν. Ὕστερα νύχτωσε.
Ἦρθαν καί τοῦ ἀνήγγειλαν ὅτι ἔχασε τά πάντα: ἐπιδρομές καί θάνατοι καί πυρκαγιές. Ἔξω ὥς καί τό φῶς αἱμορραγοῦσε. Δέν ἔκλαψε. Ὅμως ἐκεῖνες τίς μέρες ἔβρεξε τόσο, πού ἔσβησαν τά ὀνόματα στούς τάφους. Ὕστερα νύχτωσε.
Τήν ὥρα πού ἀκουγόταν τό “Stand by Me” καί ἡ δεξίωση πρός τιμήν του ἦταν ἤδη προχωρημένη, μιά εσωτερική φωνή τόν ἔκανε νά σηκωθεῖ καί νά τραβήξει μόνος γιά τό ποτάμι. Ἄκουσε ἀπό μακριά νά φωνάζουν τ’ ὄνομά του, “Λάζαρε, Λάζαρε”, ἀλλά δέν γύρισε. Ὕστερα νύχτωσε.
Πάντα θά νυχτώνει καί θά γίνεται πρωί. Καί πάντα θά βλέπει ο Θεός ὅτι καλόν ἐστί κι ἐμεῖς, χαμένοι στή δαιδαλώδη γραφειοκρατία τῶν ὑποθέσεών μας, θά πορευόμαστε γυμνοί. Ἀφοῦ ἔτσι ἤρθαμε στόν κόσμο.

13.
Ἀπό τά ἐρείπια τῆς Βαβέλ κουβαλοῦσε κάθε βράδυ μέ τό καρότσι του καινούργιες λέξεις πού σήμαιναν χωρισμό καί συναρμολογοῦσε χαλασμένα ἐπιρρήματα. Ἔλεγε πώς ὑπάρχουν ἄγγελοι διεφθαρμένοι καί πώς τα ποτάμια τιμωροῦν ἐκείνους πού ἔχουν ἀπαρνηθεῖ τό ἱερό νερό τῆς βάφτισής τους.
Τόν βλέπαμε συχνά νά τρέχει μόνος μέ τίς σημαῖες μές στή βροχή, πού εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή ἐπανάσταση. Κάποιες φορές μαζί του ἔτρεχε κι ὁ Κάφκα.

 

Βιογραφικό

Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι ποιητής και δοκιμιογράφος, διευθυντής του περιοδικού Φρέαρ και διδάκτωρ φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή Επέτειος, που κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε μετάφραση της Virginia Lopez Recio.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »