330 views 0 comments

Τασούλα Τσιλιμένη: «Το κουμπί και άλλες ιστορίες» – Βιβλιοκριτική

by on Φεβρουάριος 18, 2018
 

Από την Άντα Κατσίκη-Γκίβαλο, Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΚΠΑ

Το κουμπί και άλλες ιστορίες αποτελούν την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Τασούλας Τσιλιμένη, γνωστής για το πρωτότυπο συγγραφικό της έργο για μικρά παιδιά, κυρίως όμως για τις επιστημονικές της μελέτες με άξονα την αφήγηση, τις μικρές ιστορίες και γενικότερα την λογοτεχνία για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Το διδακτικό και ερευνητικό της έργο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η συμμετοχή της σε πλήθος επιστημονικών συνεδρίων και ημερίδων και ευρύτερα σε κοινωνικές και πολιτισμικές εκδηλώσεις ολοκληρώνουν την προσφορά της τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην παιδεία.
Το κουμπί και άλλες ιστορίες μας αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του έργου της, αυτήν της κειμενικής επικοινωνίας όχι μόνο με τους μικρούς αλλά και με τους ενήλικους αναγνώστες. Τα κείμενα της συλλογής αυτής διατηρούν τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού διηγήματος: περιβάλλον εξωαστικό, επαρχιακό, ειδικότερα θεσσαλικό που παραπέμπει και στη συσχέτισή τους με αυτοβιογραφικά στοιχεία, κυριαρχία ενός συνήθως μυθοπλαστικού ήρωα, έμφαση στην περιγραφή, εξωτερική και εσωτερική. Η αφήγηση απλή, αναδεικνύει και στοιχεία του σύγχρονου αφηγηματικού τρόπου εξιστόρησης των γεγονότων με έμφαση στην ψυχολογική εμβάθυνση των χαρακτήρων, στην- ηθελημένα σε κάποια κείμενα- ασαφή έκθεση των γεγονότων που οδηγεί σε πολλαπλές ερμηνείες και στην υφολογική λιτότητα. Η ανάδειξη μιας εποχής και ενός τρόπου ζωής αποδίδεται με χαμηλόφωνο τόνο, με μια νοσταλγία για το παρελθόν, αντλημένο και από προσωπικά βιώματα, κυρίως της παιδικής ηλικίας.
Η απώλεια, η φθορά, η εγκατάλειψη, ο θάνατος αποτελούν την κοινή θεματική της συλλογής και αποδίδονται μυθοπλαστικά μέσα από ήρωες μεγάλους ή μικρούς, από σπίτια, από τοπία που τα χαρακτηρίζει, η ερήμωση και η μοναξιά, όπως αυτές αναδύονται μέσα από τις αναμνήσεις των παιδικών χρόνων των ηρωίδων και των ηρώων.

Το πρώτο διήγημα, ο τίτλος του οποίου αποτελεί και τον τίτλο της συλλογής, είναι καθηλωτικό. Αιφνιδιάζει με την πρωτοτυπία του και συγκινεί με την αφηγούμενη ιστορία. Το κουμπί που αγγίζει με τα χέρια της η μυθοπλαστική ηρωίδα απαντάται συχνά σε παραμυθικές αφηγήσεις, λαϊκές και έντεχνες. Το κουμπί όμως του διηγήματος αυτού δεν είναι ούτε το κουμπί που κόβεται από το μανίκι της βασιλοπούλας και μετατρέπεται σ’ ένα μεγάλο σμαράγδι στα Παραμύθια και άλλα της Πηνελόπης Δέλτα, ούτε Το κουμπί που κρύωνε του Ευγένιου Τριβιζά ούτε Το κουμπί της αγάπης του Β. Ηλιόπουλου που ενώνει δυο αντιτιθέμενους κόσμους ούτε Το κουμπί που το έλεγαν Όσκαρ της Νάγκι Έσζτερ που φεύγει από την παλιά ζακέτα, κλεισμένη στην ντουλάπα, για να γνωρίσει τον κόσμο. Είναι το κουμπί από το αγαπημένο ταγιέρ που φορούσε στις γιορτές και στις επίσημες εμφανίσεις η μητέρα της αφηγήτριας και που συμπύκνωνε τις σπάνιες χαρές της δύσκολης ζωής, τη δεκαετία του 60 στην επαρχία και που τη συνοδεύει τώρα στο τελευταίο της ταξίδι.
Ο θάνατος όμως συνδέεται στη συλλογή αυτή και με λαϊκές παραδόσεις, με «τις νεράιδες, [τις] ξωθιές […που] νίβονται και παίζουν»(σ.45) και επηρεάζουν τις συνθήκες, όπως στην «Αντάρα», που συνέβαλε στο να χάσουν μητέρα και γιαγιά το άρρωστο μωρό. Η φύση, γενικότερα, με τις λίμνες, τη νύχτα, την ομίχλη, τους υπόκωφους θορύβους και τους υπόγειους ψιθύρους παραπέμπουν σε ένα ρομαντικό, μυστηριώδες, οραματικό περιβάλλον, αντίστοιχο της σολωμικής Φεγγαροντυμένης με διαφορετική, βέβαια, σηματοδότηση από αυτήν που έχει στην ποίηση του Σολωμού, όπως στα διηγήματα «Τον έφαγε το άτιμο» και στο «Κερί» με τα πνιγμένα παλληκάρια στο βάθος της λίμνης.
Το γεγονός της οριστικής απώλειας, όμως, ενυπάρχει και στις παιδικές αναμνήσεις, στα ήθη και έθιμα των γιορτών που σφραγίζουν την ψυχή των παιδιών και στα αντιθετικά συναισθήματα που γεννιούνται, όπως συμβαίνει στο διήγημα «Τα κάλαντα στο κουτί του ‘Καλγκόν’». Η εναλλαγή ευτυχίας και δυστυχίας κυριαρχεί και στο «Ποτάμι». Η αφηγούμενη ιστορία παραπέμπει στην ηθογραφική διηγηματογραφία και συγκινεί μέσα από την αντίθεση χαράς- πένθους που αγγίζει τα όρια του τραγικού, όταν η ανυπακοή και η περιπέτεια, η χαρά από τα παράτολμα παιχνίδια των παιδιών στο ποτάμι συναντούν τον θάνατο.
«Από την όχθη του ποταμού μέχρι το ανάχωμα, πέντ’ έξι μέτρα απόσταση, μια όαση για μας… παιχνίδια που κάναμε… και «γκαπ» ο κόπανος, κι έτρεχαν εκείνες [οι μητέρες τους] κυνηγώντας τα στρώματα που τα ‘παιρνε το ρεύμα, και δώσ΄ του γέλια…(σσ.19-20)..Ήμασταν καθισμένοι κάτω απ΄ τις λεύκες δίπλα στο ποτάμι, που μαδούσαν λευκό βαμβάκι και σε μικρά συννεφάκια το σκόρπιζαν εδώ κι εκεί. Ανταλλάσσαμε περιοδικά, Μίκυ Μάους και τέτοια. Ξαφνικά ακούσαμε το Γιάννη να μας φωνάζει… Ο Γιάννης καθόταν σε έναν κορμό κλαίουσας ιτιάς που έγερνε στο νερό. Μόλις φτάσαμε, τέντωσε το χέρι του και έδειξε αμίλητος το νερό(σ.20)…
« να μην πας, παιδάκι μου, στο ποτάμι! Ακούς! Την κυρά-Λένη [τη μαμά του Γιάννη] την έβγαλαν πνιγμένη σήμερα» (σ. 23).Η «εις το εναντίον μεταβολή», προϋπόθεση του τραγικού κατά τον Αριστοτέλη, συγκλονίζει τον αναγνώστη στο συγκεκριμένο διήγημα, παραπέμποντας διακειμενικά και στους στίχους του Σεφέρη από την Κίχλη.

« Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ΄ τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
μ΄ ένα νόμισμα στα δόντια…»

Πέρα από τον θάνατο, η νοσταλγία, η θλίψη, η εγκατάλειψη αποδίδονται και με τις περιγραφές σπιτιών που ενσαρκώνουν ζωές ανθρώπων που παραπονιούνται, όταν τα εγκαταλείψεις. Τα σπίτια, όπως λέει πάλι ο Σεφέρης, «ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμα πεισματώνουν/ μ΄ εκείνους που έμειναν μ΄ εκείνους που έφυγαν/μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν» (Κίχλη). Το εγκαταλειμμένο σπίτι του ομότιτλου διηγήματος, «στην αρχή[…] έκανε μούτρα [στην παλιά του κάτοικο που επέστρεψε μετά από χρόνια], ψυχρό και δύστροπο που το είχε εγκαταλείψει τόσο καιρό, χωρίς μια κουβέντα, χωρίς μυρωδιές και λάτρα. Τώρα, ανασαίνει ευχαριστημένο και καθαρό. Σαν μπανιαρισμένο μωρό. Ανασαίνουν τα σπίτια; Ανασαίνουν λέει!» (σ.28).Παρόμοια συναισθήματα προκαλούνται στον αναγνώστη, διαβάζοντας την «Αποκαθήλωση» και την επίσκεψη της εγγονής στο σπίτι της γιαγιάς της, στην Καλλιπεύκη. Με περισσή τέχνη που ενισχύει και η εγκιβωτισμένη αφήγηση για τον Νταμίλη, η Τασούλα Τσιλιμένη στο διήγημα αυτό δίνει πνοή σε μια ολόκληρη εποχή, αναβιώνοντας ιστορικές και κοινωνικές καταστάσεις μέσα από τη μνήμη, που ενεργοποιείται από τη θέα του εγκαταλειμμένου πατρικού σπιτιού, όπου όλα μένουν ίδια, «ενώ έχει χαθεί η ουσία του όλου»(σ.100), όχι μόνο στα σπίτια αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό και γεωγραφικό περιβάλλον.

Το σπίτι όμως πέρα από σύμβολο μιας εποχής και μιας ζωής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, πέρα από χώρος στον οποίο μέσα από τη μνήμη η συγγραφέας αναβιώνει λαογραφικές συνήθειες, έθιμα, την κοινωνία της εποχής αποτελεί και τον ιδιαίτερο χώρο όπου διεκτραγωδούνται σκληρές καταστάσεις: βιασμοί, σωματικοί και ψυχικοί, σεξουαλικά εγκλήματα, όπως στο αριστοτεχνικά γραμμένο διήγημα με τον παραβολικό τίτλο: «Ο λύκος». Στο διήγημα αυτό, όπως και στο τελευταίο της συλλογής «Λάστιχο και καμένη ζάχαρη», η ηθογραφία συνεπικουρεί την ανάδειξη σημαντικών ζητημάτων, όπως αυτά της σεξουαλικής παρενόχλησης ανήλικων κοριτσιών, των πρόωρων γάμων, των συμβιβασμών για οικονομικούς λόγους που αποκαλύπτουν τη βίαιη μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικίωση, από την αθωότητα στην ωρίμαση. Ζητήματα ιδιαίτερα επίκαιρα στη σύγχρονη πολιτισμένη, εξελιγμένη εποχή. Η οικονομική ανέχεια ως φόντο κυριαρχεί σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, εστιάζοντας στην κύρια και ουσιαστική αιτία για όσα συμβαίνουν στην ελληνική επαρχία τη μεταπολεμική περίοδο.

Και στα διηγήματα αυτά, όπως και στο υπόλοιπο έργο της, η παιδική ηλικία, απασχολεί την Τασούλα Τσιλιμένη. Η αναπόληση στιγμών της παιδικής ζωής στο σχολείο, όπως στα «Κουλούρια του Χαρίλαου» ζωντανεύουν στη μνήμη όλων μας τα αθώα παραπτώματα που βαραίνουν όμως την παιδική ψυχή. Ακόμη, η αναφορά σε ομαδικά παιδικά/νεανικά παραδοσιακά παιχνίδια, όπως στο «δαχτυλίδι», που στο ομώνυμο διήγημα απεικονίζει τη βίαιη μετάβαση από την παιδική ηλικία στη σκληρότητα της ζωής των ενηλίκων και εμπλουτίζει «τα επεισόδια» ζωής, ατομικά και γενικά που βίωναν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής στην επαρχία. Δυστυχώς, οι καταστάσεις αυτές διαφοροποιημένες – και όχι πάντα- συνιστούν μέρος και της σύγχρονης ζωής και του «πολιτισμού» μας.

Αυτή η σύζευξη παρελθόντος- παρόντος, η συνύφανση ρεαλισμού και φαντασίας, πεζολογίας και ποιητικότητας, δραματικής πραγματικότητας και μαγικού ρεαλισμού, αναδεικνύουν την επικαιρότητα ορισμένων θεμάτων και καταστάσεων που κινούν πάντα το αναγνωστικό ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνονται και με νέους εκφραστικούς τρόπους. Η διεισδυτική ματιά σε κοινωνικές καταστάσεις, κυρίαρχες στη μεταπολεμική Ελλάδα, η ανάδειξη άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε μαχητικά των ψυχικών καταστάσεων που βιώνουν οι μυθοπλαστικοί ήρωες ανασκαλεύουν βαθιά ριζωμένες μνήμες και προκαλούν όχι μόνο τη συγκίνηση αλλά και τον στοχασμό και αναστοχασμό του σημερινού αναγνώστη. Και αυτό θεωρώ είναι ένα επίτευγμα της σύγχρονης διηγηματογραφίας και της συλλογής αυτής.

INFO:
Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο οποίο διδάσκει θέματα Παιδικής-Εφηβικής Λογοτεχνίας, Αφήγηση και Μυθοπλασία-Δημιουργική Γραφή κειμένων βραχείας φόρμας.
Το βιβλίο της «Το κουμπί και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Καστανιώτη) θα παρουσιασθεί στην Αλεξανδρούπολη (Καφε-βιβλιοπωλείο ΚΑΦΚΑ), την Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018 και ώρα 8μμ.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Σούλα Οικονομίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Σοφία Ιακωβίδου, επίκουρη καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
και η συγγραφέας.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »